Η ζωή του χωριού
Κωνσταντίνος Θεοτόκης, 1914
Ένα χωριό της Κέρκυρας, ένας χορός κι ένα μαντίλι που κρίνουν μια ολόκληρη ζωή. Ο Θεοτόκης γράφει για την ελληνική ύπαιθρο χωρίς ίχνος εξωραϊσμού.
Σελίδες από το «Η ζωή του χωριού» που στέκονται μόνες τους, διαλεγμένες για το πώς διαβάζονται σήμερα. Το κείμενο ανήκει στο κοινό κτήμα.
Τι κάνει το αηδόνι σε δυο ανθρώπους που πρέπει να φύγουν;
Το φεγγάρι είχε σηκωθεί καμπόσο, κι ακούστηκε τ’ αηδόνι να ψάλλει την αρμονικότατη μελωδία του. Αθέλητα την αφοκραστήκαν κι οι δυο τους με συγκίνηση· πόσο ήταν γλυκιά· απλή πρώτα πρώτα και λίγο λίγο ψιλότερη και στολισμένη· συργουλιστά υμνούσε τ’ ανοιξιάτικο τραγούδι του την ανάσταση της φύσης, τον πόθο που εφώλιαζε σ’ όλα τα πλάσματα, την επιθυμιά της δημιουργίας· κι ετρίλιζε κι εγουργουλούσε κι επαραπονιότουν· και οι αχοί που ανάδινε το μικρό λαρύγγι τούς εσάλευαν τα σπλάχνα, τούς έκαναν να λησμονούν το κορμί τους. Σε λίγο και τ’ άλλα πουλιά εβαλθήκαν να ψάλλουν· το χάραμα ερχότουν και οι αγαπημένοι εσηκωθήκαν να φύγουν. Είναι σίγουρη πως τα δέντρα και οι πέτρες θα τη μαρτυρήσουν.
Η Μαργαρίτα επήγαινε· κι ωρολογιότουν απελπισμένη τι έμελλε να προέλθει από την γκαρδιωμένην αγάπη, που ’χε αθέλητα γεννηθεί στην καρδιά της και που τόσο τρανά είχε ριζοβολήσει μέσα της· με πίκρα εστοχαζότουν τους περασμένους καιρούς, τη χαμένην ησυχία της, τη χαμένη παρθενική αγνότη της ψυχής της. Και ταραγμένη από το κάλεσμα του αντρός που ’χε κάμει σκλάβους του το λογισμό της και την καρδιά της, διαβαίνοντας από τα σύσκοτα μονοπάτια, εσκιαζότουν. Εσκιαζότουν τον κόσμο όλο, γιατί υπόψιαζε πως όλοι κακόγνωμα την παραμόνευαν, πως όλοι, ποιος λίγο ποιος πολύ, εγνώριζαν το κατηγορημένο γκάρδιωμά της· εφοβούτουν, στη σκοτούρα της, και τα ίδια τα δέντρα και τες άψυχες πέτρες, γιατί, στην αψιωμένη φαντασία της, όλα είχαν τη μπόρεση ν’ αποχτήσουν της λαλιάς τη χάρη, για να μαρτυρήσουν το κατάκαρδο πάθος της, το γλυκό τυράγνιο της ψυχής της, που οι άνθρωποι το ’βλεπαν ανάντελο και ντροπερνό. Έρχεται η άνοιξη, κι ένα όνομα που δεν ξελέγεται.
Ο χειμώνας είχε περάσει· και τα δέντρα εφούσκωναν από τους καινούργιους χυμούς, κι εξαναζούσαν θερμασμένα από τες αχτίδες του ανοιξιάτικου ήλιου. Στο χωριό οι δουλευτάδες εργαζόνταν τη γης, επαράδιναν μ’ ελπίδες την οψιμιά στον κόρφο της, εκλάδευαν τ’ αμπέλια, και από τον ολόμερο κάματο εξαναρχόνταν κάθε βράδυ κουρασμένοι. Στο σπίτι του Πέτρου Κλάδη δεν εμιλούσαν πλια για τον καβγά της αποκριάς, ουδέ για τη Μαργαρίτα και ο ίδιος ο Πέτρος εφαινότουν να ’χε λησμονήσει την προσβολή. Επήγαινε και κείνος κάθε μέρα με την εργατιά του στον κάμπο, κι εδούλευε τα χωράφια του. Αλλά η Μαργαρίτα εζούσε ανήσυχη. Της είχε βγει κακό όνομα από την ημέρα του χορού· οι γυναίκες την εκακομελετούσαν, ο κόσμος την εκοίταζε με υποψία. Και το καταλάβαινε· αλλά μέσα της την εθέριζε ένας πόθος αδάμαστος. Για λίγες ώρες, το χωριό μοιάζει ευτυχισμένο.
Ήταν Κυριακή της Αποκριάς. Οι εκκλησιές του χωριού είχαν σημάνει ενωρίς το σπερνό, γιατί τ’ απόγιομα θα χόρευε, όπως κάθε χρόνο, ο κόσμος. Έτσι κιόλας, έπειτα από τη σύντομη ακολουθία εσυναχτήκαν στο χορευταριό όλοι οι κάτοικοι, χώρια οι άντρες και χώρια οι γυναίκες. Αυτή την ημέρα ήταν όλοι χορτάτοι από φαΐ καλό, όλοι είχαν κρασί, ήταν όλοι χαρούμενοι κι είχαν λησμονήσει τες πίκρες της ζωής, τες φροντίδες, τους άγονους κόπους τους, για να ξεφαντώσουν. Οι γυναίκες φορώντας τα καλύτερα ρούχα τους και τα στολίδια τους – όσες είχαν – παστρικές, χτενισμένες, γελάμενες, εσυνομιλούσαν ταχτικά και χαμηλόφωνα και με τες χρυσοπλουμισμένες φορεσιές τους, με τα καθάρια σκουτιά τους, με το χρυσάφι τους και τες χαρούμενες μορφές τους, έδιναν του χωριού γιορτάσιμη κι ευτυχισμένην όψη, σα να μην είχε γνωρίσει ποτέ κανείς αυτού τη δυστυχία. Μια σειρά γυναικών κινείται σαν ένα σώμα, με τα μάτια χαμηλά.
Κι ο χορός ήταν έτοιμος να κινήσει. Η πρώτη χορεύτρα έκαμε να τεντωθούν τα δεμένα πανιά, οι άλλες απόθωσαν απάνου το χέρι τους· το βιολί ξανάρχισε το μονότονο σκοπό και το ταμπούρλο εβρόντησε. Κι ο χορευτής έπιασε στη μέση τα μαντίλια, έσυρε χορεύοντας δύο τρία βήματα τες γυναίκες κι έπειτα τες άφησε· αυτές ξακολούθησαν να βηματίζουν ρυθμικά, σοβαρές, αμίλητες, με κατεβασμένο βλέφαρο, κάνοντας λοξά πατήματα ομπρός και δύο μικρότερα πίσω, χορεύοντας πάντα με το ίδιο ποδάρι· κι όλες μαζί επήγαιναν κατόπι στο χορευτή, που επηδούσε μπροστά στην καθεμία από ένα άκρος στ’ άλλο του χορού, εστριφογύριζε, εσταύρωνε τα πόδια, έβαζε τα χέρια στη μέση επιδείχνοντας όλη του την τέχνη· σιμά του εχόρευαν τώρα στον ίδιο τρόπο κι άλλοι άντρες, που είχαν μπει στο χορό για να τον βοηθήσουν. Κοκκινίζει σαν τα βουνά στο ηλιοβασίλεμα, και τα πουλιά τραγουδούν.
Δεν αποκρίθηκε κι αναστέναξε βαθιά, τραβώντας στο πρόσωπο τη μπόλια της από ντροπή· τα μάτια της ογράθηκαν και τα μάγουλά της εκοκκίνισαν, όπως οι άκρες των βουνών που τες εφώτιζε τώρα ο καθούμενος ήλιος. Επήγαινε βιαστική και ζαλισμένη· και πάνου σε κάθε δέντρο τα πουλιά ευτυχισμένα ετραγουδούσαν χαράς αρμονίες, ετραγουδούσαν πάντα καινούριους έρωτες και στη γης το χορτάρι εκυμάτιζε από την ανοιξιάτικην αύρα που ερειπιζότουν από τα ψηλά του ουράνιου θόλου κι οι καθούμενος δίσκος του ήλιου επερίχυνε γύρω γύρω χρυσοκόκκινο φως παρέτοιμος να βουτήσει στο χρυσωμένο πέλαγο. Κι ήταν η φύση γιομάτη λιγούρα έτοιμη να παραδοθεί στην ανάπαψη, στ’ άγνωρα της νύχτας μυστήρια. Όλοι περιμένουν. Ένας άντρας προβάλλει, κι οι γυναίκες φτιάχνουν τα μαλλιά τους.
Τώρα εσήμαιναν των εκκλησιών οι καμπάνες, κι η χαρά και τα γέλια άξιωναν πάντα· κι εβρόντησε ρυθμικά το ταμπούρλο, καλώντας όσους ήθελαν να χορέψουν. Οι γυναίκες εσιάστηκαν, λαχταρώντας η καθεμία να την διαλέξει ο χορευτής για την πρώτη γραμμή του χορού, κι όλος ο κόσμος ανάμενε με πόθο ν’ αρχίσει η δημόσια διασκέδαση. Οι βιολιτζήδες άρχισαν να παίζουν το μονότονο σκοπό του συρτού βηματίζοντας στον ίδιον καιρό πότ’ ομπρός πότ’ οπίσω σύμφωνα με τα πατήματα του χορού. Όλοι επρόσεχαν, αλλά κανένας δεν εκουνιότουν μη τολμώντας ακάλεστος να πάρει τα πρωτεία και ν’ ανοίξει το χορό. Κι έτσι απέρασαν καμπόσες στιγμές. Έπειτα επρόβαλε ένας άντρας μισκόκοπος, μεγάλος κι όμορφος, με καινούργιο πλατοβράκι. Ήταν του χωριού ο πάρεδρος. Τα όργανα έπαψαν να σημαίνουν· οι γυναίκες αθέλητα εδοκίμασαν αν ήταν στέρεα καρφωμένα του κεφαλιού τους τα γιαδέματα, εσυγύρισαν τα φουστάνια τους, εκοίταξαν τα χρυσά στολίδια στο στήθι τους, και ακαρτερούσαν. Όσα φέρνει το βράδυ από ένα ανοιχτό παράθυρο.
Είχε βραδιάσει ωστόσο· οι διαβάτες εγενόνταν στο δρόμο περσότεροι: άντρες που εγύριζαν στο χωριό από τον κάμπο, μπουλούκια μπουλούκια, γυναίκες και κοπέλες, που γελώντας σύνατές του εκεντούσαν τα ζα τους· κι έμπαινε από το παράθυρο του Πέτρου, μαζί με τες τελευταίες κόκκινες αχτίδες η χλαλοή του κόσμου και οι φωνές των ζωντανών. Ένα φανάρι προβάλλει στο άνοιγμα του φράχτη· είναι ο πατέρας της.
Ο Μάρκος εγνώρισε τη φωνή· ήταν του Δημήτρη· κι ετοιμάστηκε να παλέψει και να υπερασπίσει τη Μαργαρίτα. Μα στον ίδιο καιρό από την τρύπα, που γλήγορα είχε ανοίξει στο φράχτη, ξάγναντα στην πόρτα, ένας άντρας κρατώντας ένα φανάρι εφανερώθηκε· ήταν ο πατέρας της Μαργαρίτας. Εστάθηκε μία στιγμή αμίλητος, με ορθάνοιχτα μάτια, κίτρινος από τη χολή κι από την ντροπή του, ποθώντας σκληρή τιμωρία. «Καταραμένοι, καταραμένοι!» τους είπε βραχνά. Ένας καβγάς στον χορό κι ένας άντρας που τον αφήνει να φουντώσει.
Αλλά τότες οι γυναίκες άφησαν αμέσως τες σειρές τους κι εμάκρυναν φεύγοντας· ο κόσμος αναστατώθηκε· πολλοί ήρθαν σιμά στους άντρες που εμάλωνων, κάποιοι δίνοντας δίκιο του Δημήτρη, κι άλλοι του Μάρκου, και η χλαλοή εγενότουν κάθε στιγμή μεγαλύτερη. Οι φρονιμότεροι εκοίταζαν λυπημένοι κι επρόβλεπαν φονικά. Ο Πέτρος Κλάδης όμως βλέποντας πως τα πράγματα ήταν καθώς τα ’θελε, ήρθε κι αυτός στη μέση, και, γιατί ο κόσμος τον εσεβότουν, ετσώπασε για να τον ακούσει. Με δυνατή φωνή είπε διατάζοντας: - «Ας φύγουν τ’ όργανα δε θα χορέψει κανένας». Έπειτα έπιασε το Δημήτρη και του ’πε κι αυτουνού μαλώνοντάς τον: - «Έχεις άδικο· με τες ζήλιες σου, εσύ ανακατώνεις όλο το χωριό». Και γυρίζοντας προς το Μάρκο επρόστεσε: - «Εσύ άμε σπίτι της να κάμεις ό,τι θέλεις. Γιατί θα κοιτάζουμε στο φόρο τα νοήματά σας; Η Μαργάρω τα φταίει όλα, επήγε να κάμει φονικό». Ένα δωμάτιο μ’ ένα κρεβάτι και δυο κασούνια, κι ένας άνθρωπος που περπατά πάνω κάτω.
Ο γέρος επήρε το χάρισμα πολυχρονίζοντας, εκαλησπέρισε κι εβγήκε όξω με λυπημένο πρόσωπο. Κι ο άλλος μοναχός του τώρα εσυλλογιότουν, περπατώντας απάνου κάτου στο δωμάτιο, που ήταν το μοναχό του σπιτιού, μεγάλο κι ασπρισμένο μ’ ασβέστη, δίχως νταβάνι και τζάμια, και που άλλα έπιπλα δεν είχε παρά ένα μεγάλο κρεβάτι και δυο σκαλιστά κασούνια, ακουμπισμένα στον τοίχο. Κωνσταντίνος Θεοτόκης, 1914
Ένα χωριό της Κέρκυρας, ένας χορός κι ένα μαντίλι που κρίνουν μια ολόκληρη ζωή. Ο Θεοτόκης γράφει για την ελληνική ύπαιθρο χωρίς ίχνος εξωραϊσμού.
Διάβασε σελίδες από βιβλία σαν αυτό, μία τη φορά
Το BookFeed είναι μια ροή με αποσπάσματα από βιβλία. Μαθαίνει τι σου αρέσει και σε βοηθά να βρεις το επόμενο βιβλίο σου.
Άνοιξε το BookFeedΔωρεάν, χωρίς εγγραφή.