Η πτώσις του Αρκαδίου
Ιωάννης Κονδυλάκης, 1900
Το Αρκάδι, όπως το διηγήθηκαν οι ίδιοι οι πολιορκημένοι: όχι μνημείο, αλλά μια βροχερή αυγή, μπαρούτι και συνηθισμένο θάρρος.
Σελίδες από το «Η πτώσις του Αρκαδίου» που στέκονται μόνες τους, διαλεγμένες για το πώς διαβάζονται σήμερα. Το κείμενο ανήκει στο κοινό κτήμα.
Πώς μοιάζει ένα δωμάτιο γεμάτο ανθρώπους που έχουν όλοι αποφασίσει να πεθάνουν.
Ἀλλὰ κατὰ τὴν νύκτα ἐκείνην καὶ οἱ ἐν τῷ μοναστηρίῳ εἶχον ἐτοιμασθῇ ν’ ἀντιστῶσι μέχρι θανάτου. Δὲν εἶχον πυροβολικὸν αὐτοί, ἀλλ’ εἶχον τὴν δύναμιν τῶν ἀσθενῶν, τὴν εἰς τὸν Θεὸν ἐλπίδα, καὶ εἰς αὐτὴν προσέτρεξαν. Συνελθόντες εἰς τὸν ναὸν ἐδεήθησαν τοῦ Θεοῦ νὰ τοὺς ἐνισχύσῃ εἰς τὸν ἄνισον ἀγῶνα καὶ διατηρήσῃ μέχρι τέλους τὴν εὐψυχίαν αὐτῶν, ἵνα ἀκλόνητοι, ὡς μάρτυρες, ἀποθάνωσιν ὑπὲρ πίστεως καὶ πατρίδος. Ἔπειτα ἐζήτησαν παρ’ ἀλλήλων συγχώρησιν καὶ προσελθόντες ἐκοινώνησαν τῶν ἀχράντων μυστηρίων ἀπὸ τὰς χεῖρας τοῦ ἡγουμένου Γαβριήλ. Τὶς δύναται νὰ περιγράψῃ τὸ μεγαλεῖον τῶν στιγμῶν ἐκείνων ἐν τῇ ἠρεμίᾳ τοῦ βροχεροῦ καὶ ὀμιχλώδους ὄρθρου; Ἀνὴρ ἐπιζήσας ἐκ τῶν ἐν Ἀρκαδίῳ τότε εὑρεθέντων μοῦ διηγεῖται ὅτι κάτι τί ἐκ τοῦ ἄλλου κόσμου ὑπῆρχεν εἰς τὰ πρόσωπα ὅλων. Γαλήνη μαρτυρικὴ, ἡ ἁγία καὶ φοβερὰ συγχρόνως γαλήνη τῆς αὐταπαρνήσεως τοὺς μετεμόρφωνε. Ξαναστήνει το λάβαρο ώσπου δεν μένει κοντάρι να το βαστάξει.
Αἱ γυναῖκες καὶ κατὰ τὰς δύο φοβερὰς ἡμέρας ἔδειξαν μεγάλην εὐψυχίαν, κομίζουσαι πολεμοφόδια, ὕδωρ καὶ τροφὴν εἰς τοὺς ἐπὶ τῶν τειχῶν πολεμιστάς. Διεκρίθη δὲ ἰδίως ἡ Χαρίκλεια Δασκαλάκη, ἥτις [...]οῦσα ἀπὸ τῆς μιᾶς πλευρᾶς εἰς τὴν ἄλλην, ἐδείκνυεν ἀπα[...]ιγμάτιστον ἀφοβίαν. Ἐπὶ τοῦ τείχους ἐκυμάτιζεν ἡ σημαία τοῦ υἱοῦ της. Καὶ ἐπειδὴ ἔπιπτε, κοπτομένου ὑπὸ τῶν σφαιρῶν τοῦ κοντοῦ της, δὲν παρέλειπεν ἑκάστοτε ν’ ἀναβαίνῃ καὶ τὴν ἐπανορθώνῃ, ἕως οὗ ἐπὶ τέλους τὸ ξύλον κατεστράφη καὶ τότε διπλώσασα τὴν σημαίαν, τὴν ἐφύλαξεν εἰς τὸν κόλπον της. Δύο είδη φωτός στον ίδιο ουρανό: οι πυροβολισμοί και τ’ αστέρια που πέφτουν.
Ὁ Μουσταφὰς ἀνέβαλε τὴν τελευταίαν ἕφοδον διὰ τὴν ἐπιοῦσαν. Ἀλλ’ οἱ πολιορκούμενοι περιμένοντες ἀπὸ στιγμῆς εἰς στιγμὴν ἐπίθεσιν, ἔμειναν ἀγρυπνοῦντες ἐπὶ τῶν θέσεων αὐτῶν, ξεθεώμενοι ἐκ τῆς μακρᾶς ἀϋπνίας καὶ τῆς κοπώσεως. Οἱ δὲ Τοῦρκοι, διὰ να μὴ τοὺς ἀφήσουν νὰ ἠσυχάσουν, ἐξηκολούθουν ἀρεὸν πυροβολισμὸν καθ’ ὅλην τὴν νύκτα. Ὡς ἐὰν δὲ ἀντανεκλῶντο εἰς τὸν οὐρανὸν τὰ διασταυρούμενα πυρά, ἄπειρον πλῆθος διαττόντων ἄστρων διέτρεχε κατὰ παντοίας διευθύνσεις τὸ στερέωμα. Ανεβαίνει στη στέγη για ένα περιστέρι και βρίσκει έναν άνθρωπο.
Καὶ πυροβολήσας ἐφόνευσε τὴν περιστερὰν, ἥτις ἔμεινεν ἐπὶ τοῦ θόλου. Ἀλλ’ οἱ ἄλλοι ἀμφέβαλλον ἂν τὴν εἶχε κτυπήσῃ εἰς τὸν λαιμόν. Πεισμωθεὶς δὲ ὁ πυροβολήσας ἀνέβη εἰς τὴν στέγην τοῦ ναοῦ διά τινος κλίμακος ἐκεῖ παρατυχούσης. Ἀλλ’ ἐνῷ ἀνεζήτει τὴν περιστερὰν, ἀνεκάλυψεν ἕνα χριστιανὸν, κρυμμένον μεταξὺ τῶν δύο θόλων τοῦ ναοῦ, καὶ τὸν ἔσφαξε. Οι πολιορκημένοι έχουν καθαρό ουρανό· οι ενισχύσεις φτάνουν μουσκεμένες και άχρηστες.
Καὶ Ἁμαριῶται δὲ τινες προσῆλθον ἐπίκουροι, ἀλλὰ δὲν ἠδυνήθησαν νὰ πλησιάσωσι. Ἐνῷ εἰς τὸ Ἀρκάδι ἦτο σχεδὸν εὐδία, εἰς τὰ μέρη τοῦ Ἀμαρίου τόσον ἔβρεχεν, ὥστε οἱ ἐπίκουροι ἐκεῖνοι ἦσαν βρεγμένοι μέχρι κοκκάλων καὶ τὰ ὅπλα τῶν εἶχον γείνει ἄχρηστα. Τι ησυχάζει τελικά ένα παιδί που ουρλιάζει: λίγη ζάχαρη στη γλώσσα.
Ἀλλ’ ἓν τῶν ἐν τῷ κελλίῳ νηπίων ἐκραύγαζεν εἰς τρόπον ὥστε τοὺς ἐζάλιζε. Κατ’ εὐτυχίαν ἐπὶ τοῦ Αἰγυπτίου εἶχεν εὑρεθῇ τενεκὲς περιέχων καφὲ καὶ ζάχαρην. Καὶ ἡ Χαρίκλεια θέσασα εἰς τὸ στόμα τοῦ παιδίου ὀλίγην ζαχαρόκονιν κατώρθωσε νὰ τὸ ἠσυχάσῃ καὶ παύσουν αἱ ὀχληρόταται κραυγαί του. Ιωάννης Κονδυλάκης, 1900
Το Αρκάδι, όπως το διηγήθηκαν οι ίδιοι οι πολιορκημένοι: όχι μνημείο, αλλά μια βροχερή αυγή, μπαρούτι και συνηθισμένο θάρρος.
Διάβασε σελίδες από βιβλία σαν αυτό, μία τη φορά
Το BookFeed είναι μια ροή με αποσπάσματα από βιβλία. Μαθαίνει τι σου αρέσει και σε βοηθά να βρεις το επόμενο βιβλίο σου.
Άνοιξε το BookFeedΔωρεάν, χωρίς εγγραφή.