BookFeed English

Αποσπάσματα από το «Η Παντρειά της Σταλαχτής»

Σελίδες από το «Η Παντρειά της Σταλαχτής» που στέκονται μόνες τους, διαλεγμένες για το πώς διαβάζονται σήμερα. Το κείμενο ανήκει στο κοινό κτήμα.

Η στιγμή που μια γυναίκα καταλαβαίνει πως ούτε η φυγή τη σώζει.

Μα ξάφνως τα μάτια της Σταλαχτής έστιψαν· εσφούγγισε πάλι το πρόσωπό της με τη μπόλια και μία στιγμή εστάθηκε ασάλευτη στον τόπο της, καρφώνοντας το περίλυπο μάτι της απάνου στους άντρες που αναχωρούσαν. Η καρδιά της την επρόσταξε να τους τρέξει κατόπι, γιατί αιστάνθηκε πως είταν τελειωτικώς χαμένη, αν εκείνος που την είχε απατήσει εκατάφερνε να περνάσει χωρίς την ίδιαν του σπιτιού του το κατώφλι και να κλειστεί μέσα, αιστάνθηκε πως διωγμένη και παρατησμένη δεν εμπορούσε πλια να μένει στο χωριό της, καταφρονεμένη από τον κόσμον όλον και ούτε αλλού, γιατί παντού η ντροπή και η απελπισιά θα την εσυντρόφευαν. Κι ανανοήθηκε και τον πατέρα της, την καινούρια του πίκρα, την αδυναμία του, καθώς κιόλας το Γιάννη το Λάκουρα, που θα βρισκότουν πάντα μπροστά της για να την ελέγχει.
— Η Παντρειά της Σταλαχτής, Κωνσταντίνος Θεοτόκης (1912)

Τι βλέπει ένας φτωχός πατέρας όταν μπαίνει σε αρχοντικό σπίτι.

Σε μία μεγάλη κάμαρα του σπιτιού του ο Γιώργης Αρτέμης επερπατούσε απάνου κάτου ανήσυχος, όταν εμπήκε ο Στάθης μέσα. «Τι τρέχει;» ερώτησε αμέσως ο νέος σταματώντας και δίχως να καλημερίσει. «Θέλει να σε ιδεί της κοπελός ο πατέρας» του αποκρίθηκε ταραγμένος «είναι κάτου στην κούρτη σου, τάξε του ό,τι μπορέσεις, γιατί ο άλλος αναστατώνει το χωριό». «Ας έρθει» είπε σκεφτικός ο Αρτέμης· κ’ ενώ ο Στάθης έβγαινε στο παράθυρο για να φωνάξει το γέροντα, επρόστεσε μιλώντας μοναχός του: «Καημένη Σταλαχτή, τι να κάμω για να μου σ’ αφήσουν;» «Ανεβαίνει» είπε ο Στάθης, καθίζοντας σ’ ένα σκαμνί. Και σε μια στιγμή ο γέροντας είταν επάνου, κι ο Αρτέμης τον εχαιρέτησε δείχνοντας αδιαφορία· μα δεν έλαβε απάντηση.
— Η Παντρειά της Σταλαχτής, Κωνσταντίνος Θεοτόκης (1912)

Μια γυναίκα τρέχει πίσω από ένα άλογο, με όλο το χωριό πίσω της.

Κι από τη φωνή της εκαταλάβαιναν οι άντρες πως κάθε στιγμή εκέρδιζε δρόμο κατόπι τους και θα τους έφτανε βέβαια αν ο κακοστρωμένος ανήφορος είχε ακόμα μάκρος αρκετό και για τούτο εκεντούσαν τ’ άλογο χωρίς πάψη. Εκείνη όλο έκανε δύναμη να γληγορέψει το τρέξιμό της· η απελπισιά, ο τάραχος της ψυχής της τής έδιναν ασυνήθιστη μπόρεση, και εγκαρδιωνότουν πως κάθε στιγμή εγενότουν μικρότερη κ’ η απόσταση, μα αιστανότουν κιόλας πως η πνοή άρχιζε να της λείπει, και παρατηρούσε πως είταν σιμά το τέλος του ανήφορου. Έπειτα τ’ άλογο θα πηλαλούσε στον ίσιο δρόμο, και πώς θα δυνότουν να το προφτάκει; Κ’ έτρεχε, κ’ έτρεχε.
— Η Παντρειά της Σταλαχτής, Κωνσταντίνος Θεοτόκης (1912)

Η στιγμή που ο ένας όρκος μετριέται με τον άλλον.

«Είσαι χαμένη» της είπε απελπισμένος. Αυτή εβάλθηκε αμέσως να κλαίει. «Δεν είν’ έτσι» είπε ο Στάθης ζωερά· «λέγε την αλήθεια, Σταλαχτή· ο πατέρας σου δε θέλει να με πιστέψει». «Χαμένη δεν είμαι» αποκρίθηκε σφουγγίζοντας τα δάκρυα με την άκρη της μπόλιας της· «γιατί μ’ αγαπάει. Από τα πέρσι το πανηγύρι του άη-Λιος, όπου μαζί εχορέψαμε, μ’ έβαλε, λέει, στην καρδιά του· και θα με πάρει, λέει, και του το πιστεύω. Μου ορκίστηκε, με το χέρι απάνου στην εικόνα της Παναγίας σου, Στάθη, πως θα με στεφανώσει· αλλιώς δεν τον άφηνα να μ’ αγκαλιάσει». «Τι έκαμες;» της είπε ο πατέρας με μεγάλον πόνο· κ’ αιστάνθηκε πως τα πόδια του αδυνάτιζαν, πως τα γόνατά του εκοβόνταν κ’ εκάθισε κατά γης για να μην πέσει. Η ντροπή τον εκυρίευε, έκρουψε το πρόσωπό του μέσα στες παλάμες του κ’ έκλαιγε με παράπονο. «Σταλαχτή» έκαμε ο Στάθης έπειτα από λίγο «εμένα δε μου ’πες έτσι».
— Η Παντρειά της Σταλαχτής, Κωνσταντίνος Θεοτόκης (1912)

Το σύντομο φθινόπωρο που όλα μοιάζουν τακτοποιημένα, μα τίποτα δεν είναι.

Είχε έρθει το καρπερό χινόπωρο· στο σπίτι του Θανάση είχαν ετοιμάσει τα προικιά του γάμου· η Σταλαχτή εφορούσε κάθε γιορτάσιμη μέρα τα πλούσια στολίδια που της είχε χαρίσει ο γαμπρός κι όντας επίσημα αρραβωνιασμένη, είχε το ελεύτερο να πηγαινοέρχεται στου Αρτέμη χωρίς να παραξενοφαίνεται κανενού. Το χωριό έδειχνε αδιαφορία και ο ίδιος ο Λάκουρας δεν εμιλούσε πλια. Την παραμονή του Σταυρού, σ’ ένα κάμπο καταπράσινο σιμά στο ποτάμι, γυναίκες τραγουδώντας, ετρυγούσαν τα ώρμα σταφύλια στ’ αμπέλια του Αρτέμη. Είταν αυτού οι θερίστρες κ’ οι πέντε: η Σταλαχτή, η Μάρθα, η Λενιώ κ’ οι δυο άλλες κοπέλες· ο Στάθης Πλακίδας επιστατούσε, εβοηθούσε να φορτώνουν στ’ άλογα τα τερτικά που ένα ένα τα γιόμιζαν οι γυναίκες κ’ έστερνε τα σταφύλια στο χωριό με τους αγωγιάτες. Το χωριό όμως είταν αλάργα κι ο δρόμος κακός· εχρειαζότουν μία ώρα ολάκερη για να παν και νά ’ρθουν τα ζώα.
— Η Παντρειά της Σταλαχτής, Κωνσταντίνος Θεοτόκης (1912)

Μια νυχτερινή δουλειά στο χωράφι, για μεροκάματο και με τραγούδι.

Ο Στάθης Πλακίδας έφτακε σε λίγο στ’ αλώνι. Είταν ένα σιάδι ξέφωτο τρογυρισμένο από ελιές μικρόκορμες. Μία φωτιά κρεμάμενη σ’ ένα κλωνάρι έκαιε καπνίζοντας· σ’ ένα μέρος είταν μία στοίβα αστάκια μπαρμπαρόσταρου, που πέντε γυναίκες, καθούμενες χάμου μέσα στα φλίκουρα και τα γένια, με καλαμένιες ξούβλες τ’ άνοιγαν, τα γύμνωναν από το φλούδι, κ’ έτσι παστρεμένα τά ’ριχναν μέσα σ’ ένα ψηλό τερτικό. Ακούοντας τα πατήματα του Στάθη, παρμένες κιόλας από τον κόπο και την αγρύπνια, οι δουλεύτρες είχαν πάψει το τραγούδι τους· κι αυτός αφού τες εσίμωσε, εξεφυτίλισε πρώτα τη φωτιά που ανάδωκε αμέσως περσότερη λάμψη, και, βλέποντας έπειτα πως το τερτικό είταν γιομάτο ώς το χείλο, τ’ άδραξε παραμάσκαλα και τ’ άδειασε στ’ αλώνι, όπου είταν κι άλλα πολλά ξεφλουδισμένα αστάκια. "Νυστάζετε" τες ερώτησε φέρνοντας οπίσω στη μέση το κοφίνι· "γιατί δεν τραγουδάτε άλλο;
— Η Παντρειά της Σταλαχτής, Κωνσταντίνος Θεοτόκης (1912)

Ένας περήφανος πατέρας ανακοινώνει τον αρραβώνα και κερνάει όλο το καφενείο.

Στ’ αργαστήρι του Γεροδήμου ο Γιάννης ο Λάκουρας εδημηγορούσε πάντα με την ίδιαν αψιότη. Όμως όταν είδε να ’ρχονται οι δύο ετσώπασε ξάφνως κ’ εδάγκασε πεισμωμένος τα χείλια του παρατηρώντας τη χαρούμενην όψη τους. Τούτοι εμπήκαν στ’ αργαστήρι, ο Θανάσης εκάθισε επίσημα μπρος σ’ ένα τραπέζι κ’ είπε του νοικοκύρη: «Βάλε πιοτά για όλους· τήνε παίρνει». Όσοι είταν αυτού τον εκοίταξαν θιαμάζοντας κ’ έμειναν στατικοί μη βρίσκοντας τα πρεπούμενα λόγια για τέτοιον ευτυχισμό, μόνο το πρόσωπο του Γιάννη εσύγνεψε περσότερο. Με βραχνή φωνή του ’πε πικραμένος: - «Σε γελάει· δε θα το κάμει ποτέ· οι γονέοι του δε θ’ αφήσουν· και συ θα μείνεις με την ντροπή, κακομοίρη· του ’πρεπε σκότωμα !» «Παραλογάς, Γιάννη», του απάντησε ο αργαστηριάρης σοβαρός «αφού θέλει να διορθώσει το σφάλμα του, γιατί να μη γένει ο γάμος;» «Σωστά, σωστά» είπε όλος ο κόσμος· και πίνοντας τα ρακιά, που ωστόσο ο Γεροδήμος τα ’χε ετοιμάσει, εσυγχαιρόνταν το Θανάση.
— Η Παντρειά της Σταλαχτής, Κωνσταντίνος Θεοτόκης (1912)

Διάβασε σελίδες από βιβλία σαν αυτό, μία τη φορά

Το BookFeed είναι μια ροή με αποσπάσματα από βιβλία. Μαθαίνει τι σου αρέσει και σε βοηθά να βρεις το επόμενο βιβλίο σου.

Άνοιξε το BookFeed

Δωρεάν, χωρίς εγγραφή.