Η νοσταλγός
Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, 1898
Το νησί του Παπαδιαμάντη μέσα από δώδεκα ιστορίες: φεγγαρόφωτο, θάλασσες, χωριάτικοι καημοί, σπηλιές και θαύματα — η μικρή απόσταση ανάμεσα στην πατρίδα και την ξενιτιά.
Σελίδες από το «Η νοσταλγός» που στέκονται μόνες τους, διαλεγμένες για το πώς διαβάζονται σήμερα. Το κείμενο ανήκει στο κοινό κτήμα.
Ο τόπος που σου λείπει μπορεί να απέχει μονάχα δώδεκα μίλια.
Έλεγε πάντοτε πέρα, κ’ εννοούσε την πατρίδα. Όπισθεν του πρώτου πρασίνου βουνού, άνωθεν του οποίου είχεν ανατείλει η σελήνη, βουνού μαύρου την νύκτα και σκοτεινοφαίου τώρα με της σελήνης το φως, ύψωνε την κορυφήν του υψηλόν όρος και λευκόν, πότε χιονοσκέπαστον, πότε γυμνόν και βραχώδες. Εκεί ήτο η πατρίς, ο τόπος της γεννήσεώς της. Κ’ εστέναζε τόσον δι’ αυτήν, ως να την εχώριζεν ολόκληρος ωκεανός εκείθεν, ενώ μόλις απείχε δώδεκα μίλια, και η μικρά ραχούλα του πρασίνου βουνού δεν ίσχυε να κρύψη την ημέραν την υψηλήν οφρύν του λευκού όρους. Και την επόθει τόσον, ως να την είχε στερηθή από χρόνων πολλών, ενώ μόλις από ολίγων εβδομάδων ευρίσκετο εις την γείτονα νήσον. Μια γριά λέει πως ήταν άλλος κόσμος και εξηγεί τι είχε καλύτερο.
Σαν παράξενα σου φαίνονται αυτά; — απέστρεψεν αίφνης τον λόγον προς εμέ η αφηγήτρια. — Τότε ήτον άλλος κόσμος. Οι άνθρωποι είχαν πόνο, είχαν αγάπη αναμεταξύ τους. Εύρισκες πολλούς καλούς ανθρώπους, κ’ εδώ μέσα, και στα βουνά έξω. Το είχαν ’σε καλό τους να δίνουνε. Γι’ αυτό ο Θεός τους ευλογούσε, κ’ είχαν μπερικέτια. Άλλος κόσμος τότε! Πού κείνα τα χρόνια; Ένα νεογέννητο απλώνει το χεράκι του για να πιάσει τη φλόγα του κεριού.
Η καλή μαμμή η Μπαλαλού εξήπλωσε το βρέφος μαλακά επί των ηπλωμένων κνημών της και ήρχισε να λύη τα σπάργανα. Είχε νυχτώσει. Μία λυχνία και δύο κηρία έκαιον επί χαμηλής τραπέζης. Το παιδίον, παχύ, μεγαλοπρόσωπον, με αόριστον ροδίζοντα χρώτα, με βλέμμα γαλανίζον και τεθηπός, ανέπνεε και ησθάνετο άνεσιν, καθ’ όσον απηλλάσσετο των σπαργάνων. Εμειδία προς το φως το οποίον έβλεπε, κ’ έτεινε την μικράν χείρα διά να συλλάβη την φλόγα. Την άλλην χείρα την είχε βάλει εις το στόμα του, κ’ επιπίλιζεν, επιπίλιζε. Τι ησθάνετο; απερίγραπτον. Δύο άνθρωποι αφήνουν τα κουπιά την ίδια στιγμή και κοιτάζονται.
Πέραν βορειανατολικώς, εις μίαν κλιτύν του όρους, εφαίνοντο φώτα τρέμοντα, δεικνύοντα την θέσιν όπου την ημέραν εφαίνοντο οι λευκοί οικίσκοι υψηλού άνω της θαλάσσης χωρίου. Εις μικρόν βράχον παραπλεύρως της νησίδος, κοίλον και σπηλαιώδη, το κύμα προσπίπτον μετά βοής και ρόχθου πολλού, επλατάγιζε, κ’ εφαίνετο εκεί θορυβούσα, εν τη γενική αρμονία της σεληνοφεγγούς θαλάσσης, χωριστή ορχήστρα, ήτις καθ’ εαυτήν έκαμνε πλειότερον κρότον ή όσος εγίνετο εις όλας τας αγκάλας, τους όρμους και τας αμμουδιάς, εις όλας τας ακτάς και τους σκοπέλους όσους έπληττον τα κύματα. Αυθορμήτως ο Μαθιός ύψωσε τας κώπας και τας εκράτησεν επί μακρόν επί της κωπαστής, και έμεινεν εν ηρεμία, όμοιος με το λευκόν πτηνόν της θαλάσσης, το κύπτον χαριέντως προς το κύμα, ακινητούν επ’ ολίγας στιγμάς, με την μίαν πτέρυγα κάτω, την άλλην άνω, πριν εφορμήση και συλλάβη το κολυμβών οψάριον και το ανυψώση ασπαίρον και λαχταρίζον εις τον αέρα. Ησθάνετο γοητείαν άρρητον. Μια παντρεμένη δεκαεφτάχρονη ακούει ζουρνάδες και ξεχνά τον άρρωστο άντρα της.
Ήτον ως τρεις ώρες νύχτα. Δροσιά, αστροφεγγιά, χαρά Θεού. Εκεί αντίκρυ, πέρ’ απ’ τα πλατάνια, στο ξέφαντο, είχαν αρχίσει να παίζουν λαλούμενα, φλογέρες, νταούλια, ζουρνάδες, και μερικοί είχαν στήσει χορό. Εγώ, σαν τρελλοκόριτσο που ήμουν ακόμα — είχα παντρευτή πολύ μικρή, καθώς σου είπα, και τώρα δεν θα ήμουν περαπάνω από δεκαφτά χρονών — ξέχασα και άνδρα άρρωστο, και τάξιμο, κ’ εκκλησιά, κ’ επήγα ίσα προς το μέρος που έπαιζαν τα λαλούμενα κ’ εγινόταν ο χορός, για να κάμω χάζι. Κάτι πετάει μέσα σε μια σπηλιά γεμάτη κόσμο, ενώ ο παπάς ευλογεί το νερό.
Σε λίγην ώρα, κοντά στο τέλος του Αγιασμού, την στιγμή που ήθελε να βαφτίση ο παπάς το Σταυρό στη λεκάνη, ακούστηκ’ έξαφνα ένα φρου-φρου, κ’ εβόιξ’ η σπηλιά, κ’ επαρουσιάστηκε για μια στιγμή, για όσην ώρα σας το λέγω, ένα ωραίο πουλί, μια περιστέρα, με άσπρα και σταχτιά και χρυσά φτερά, κ’ εφτερούγιασε φρστ!... φρστ!... κ’ ετίναξε τα φτερά της, κ’ εχτύπησε με τα φτερά της το νερό, που ήτον μέσα στη λεκάνη του Αγιασμού, κι’ αμέσως έγεινε άφαντη... Για δυο-τρεις στιγμές εξακολουθούσε, απ’ το θόλο της σπηλιάς, να πέφτη νερό μέσ’ τη λεκάνη, ύστερα έπαψε. Ο κόσμος εκύτταζε χωρίς φωνή, χωρίς πνοή... Άγνωστοι τρέχουν αμέσως, πριν προλάβει να τους νικήσει ο εγωισμός.
Ουχ’ ήττον οι άξεστοι εκείνοι άνθρωποι, εκ της αυθορμήτου εκείνης φιλανθρωπίας, ήτις είνε οιονεί φυσική δομή, ως συμπάθεια της σαρκός προς την σάρκα, και είνε το πρώτον και τελευταίον αίσθημα το συγκινούν την καρδίαν, μετά την πρώτην έκπληξιν, και πριν προφθάσασα πνεύση η παγερά πνοή της φιλαυτίας και αδιαφορίας, οι άνθρωποι, λέγω, έλαβον τους δαυλούς των κ’ έτρεξαν έξω της πύλης και της γεφύρας, και ήρχισαν να τρέχωσι τον κατήφορον. Μια ζηλιάρα καίει το καύκαλο που βρήκε στο αρμάρι του άντρα της.
— Αυτό θα πη, κορίτσι μ’, ξέρουμε τα όσα πάθαμε, μα δεν ξέρουμε τι μας μέλλει ακόμας. Ήταν μια ζηλειάρα, και είδε που ο άνδρας της είχε ένα γυναικείο καύκαλο κλεισμένο μέσ’ το αρμάρι του, απ’ την μανία της το έρριξε στο φούρνο και τόκαψε, κι’ ο άνδρας της το είχε φυλάξει από περιέργεια, επειδή ήταν μάντις, κ’ εγνώριζε να διαβάζη τα μυστικά γράμματα του ριζικού, και απόρησε σαν τι έμελλε να πάθη αυτό το κούτελο· κ’ εκείνη, απ’ τη ζήλεια της επίστεψε πως ήταν της παληάς αγαπητικιάς του, και σαν το είδ’ εκείνος ύστερα που κάηκε, εκατάλαβε γιατί επάνω στο κούτελο ήτον γραμμένο· «έπαθα, τάπαθα· τα πάθω μέλλω;» Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, 1898
Το νησί του Παπαδιαμάντη μέσα από δώδεκα ιστορίες: φεγγαρόφωτο, θάλασσες, χωριάτικοι καημοί, σπηλιές και θαύματα — η μικρή απόσταση ανάμεσα στην πατρίδα και την ξενιτιά.
Διάβασε σελίδες από βιβλία σαν αυτό, μία τη φορά
Το BookFeed είναι μια ροή με αποσπάσματα από βιβλία. Μαθαίνει τι σου αρέσει και σε βοηθά να βρεις το επόμενο βιβλίο σου.
Άνοιξε το BookFeedΔωρεάν, χωρίς εγγραφή.