Η κακή αδερφή
Ανδρέας Καρκαβίτσας, 1899
Ένα παραμύθι για δυο αδερφές, μια μάγισσα κι ένα ξόρκι, όπου η ζήλια γίνεται κάτι που μπορείς να κρατήσεις στο χέρι και να χρησιμοποιήσεις.
Σελίδες από το «Η κακή αδερφή» που στέκονται μόνες τους, διαλεγμένες για το πώς διαβάζονται σήμερα. Το κείμενο ανήκει στο κοινό κτήμα.
Η τελευταία γραμμή ενός παραμυθιού, όπου η τιμωρία είναι απλώς μια περιγραφή.
Η κακή αδερφή έγινε αμέσως πουλί. Μα όχι πουλί με χρυσά φτερά κι αργυρό σκουφούνι στο κεφάλι. Δεν κελαηδεί γλυκά και πονετικά, που να μαραίνει τα δέντρα και τα λούλουδα. Έγινε όνομα και πράμα κίσσα μαύρο πουλί, όπως ήταν η ψυχή της. Αλλάζει λογιών λογιών φωνές και πάντα βρίσκεται στις ρεματιές κρυμμένη. Πώς χτίζει το επιχείρημά της η ζήλια: φαντάζεται με λεπτομέρεια τη δουλειά της άλλης.
Η Κίσσα θυμήθηκε τα λόγια της μάγισσας. Ναι. Η Αυγή της έκλεψε τη μοίρα της· θα ζει τώρα καταφρονεμένη θ’ αγωνίζεται στις αργατιές το καλοκαίρι· το χειμώνα με το καμουτσίκι στο χέρι θα οδηγεί τ’ άλογο να γυρίζει το μύλο· το σιτάρι θα τρίβεται κάτω από τα λιθάρι· το μυλολίθι θα χτυπιέται, τα ξύλα και οι ρόδες θα τριζοβολούν και κείνη ανασκουμπωμένη, αλευρωμένη θα παιδεύεται για τα αλέσματα του ενός και του άλλου. Α, δε γίνεται! Δεν είναι αδερφή εκείνη, που θέλει να βασανίζετ’ έτσι η άλλη αδερφή!... Το αίμα ανέβηκε στο κεφάλι της· τα μηλίγγια της σφυροκοπούσαν, η όψη της άλλαξε χίλια χρώματα. Με λαχτάρα τραβάει άξαφνα μια βελόν’ από τα στήθη της και τη χώνει στο κεφάλι της αδερφής της. Ένα σιγαλό παράπονο ακούστηκε, κάτι έτριξε και πάει χάθηκε η Αυγή. Η Κίσσα σάστισε. Έτρεχε δώθε κείθε μέσα στην κάμαρη σαν τρελή. Τι ζητάει ένα χωριό από μια μάγισσα: κάποιον να κατηγορήσει πριν από τον γάμο.
Μια ήμερα ακούστηκε πως ήρθε η Χάρμαινα, η μάγισσα στο χωριό. Ήταν φημισμένη πως ήξερε όλου του κόσμου τα μυστικά· τα λόγια της και τα ξόρκια της αλάθευτα. Καθένας που ήθελε να παντρευτεί, πρώτα έπρεπε να πάει να τη φιλέψει για να μη τον αμποδέσει ή να μη ρίξει τη γρίνια στο αντρόγυνο. Η Κίσσα κίνησε και πήγε να την έβρει· μα μόλις την είδε φοβήθηκε. Ήταν αδύνατο να ιδεί κανείς τη Χάρμαινα και να μη τρομάξει. Είχε μια μισολιωμένη γκιούρντα στις πλάτες της· ένα σακούλι μάλλινο γεμάτο ξεροκόμματα στον ώμο της· ένα γιορντάνι από ψεύτικες λίρες και κόκκινες χάντρες στο λαιμό της και στα μαλλιά της, ξέπλεκα και κολλημένα, το χρυσοκέντητο σκουφάκι. Τα πόδια της έβγαιναν κατάμαυρα κάτω από τα κοντά της φουστάνια· στα χέρια της που ήταν σαν αδράχτια, κρατούσε ένα καλάμι· τα δάχτυλά της ήταν γεμάτα δαχτυλίδια. Ένα όνειρο πλουτισμού που είναι ήδη όνειρο πως θα σε πιάσουν.
Η Κίσσα στην ίδια κάμαρη κοιμότανε βαθιά. Άξαφνα βγάνει ένα βογκητό· κρύος ίδρωτας την τσακίζει· τα χέρια της κινούνται σαν να θέλουν κάπου να πιαστούν. Αχ! τι όνειρο που βλέπει η δόλια! Ήταν, λέει, μέσα σ’ ένα μεγάλο σπίτι, γεμάτο από χρυσάφι και μάλαμα, από διαμάντια και ρουμπίνια. Ήταν σκοτάδι, βαθύ σκοτάδι· ησυχία, που άκουε την ανάσα του κανείς! Και η Κίσσα έπαιρνε χρυσάφια, έπαιρνε ρουμπίνια, έχωνε αποδώ αποκεί, στις τσέπες, στο στόμα της... Πάει, θα διώξει τη φτώχια, δε θα ξενοδουλεύει πια! θα γίνει και κείνη μεγάλη αρχόντισσα! Άξαφνα το σπίτι φωτίζεται· ακούονται γέλια, χαρές, τραγούδια... Πού να πάει να κρυφτεί; Να, ακούονται πατήματα· κάποιος την πιάνει από το χέρι. Είναι η αδερφή της, η, πεθαμένη αδερφή της, η Αυγή!... - Τι θέλεις εδώ; της λέει· τι ήρθες να κάμεις; Εκείνη θέλει να μιλήσει, ανοίγει το στόμα της, μα δε μπορεί ούτε ν’ ανασάνει... Η ερώτηση που κάνεις λίγο πριν να είναι πια αργά για απάντηση.
Η Κίσσα με πιασμένη αναπνοή ακολουθούσε όλα τα κινήματα της γριάς. Σε κείνο το νερό ήταν η τύχη της· εκείνο την ήξερε και τώρα θα την έλεγε. Μα αν η τύχη της δεν ήταν καλή κι αν το νερό της έδειχνε πως σε τούτο φταίει η αδερφή της, τι θα έκανε; Η ζήλια δεν θέλει το πράγμα· θέλει να το πάρει πρώτη.
Μα η Κίσσα άναψε και κάηκε με την ανεπάντεχη τύχη της αδερφής της. Ακούς εκεί να παντρευτεί πρώτη η μικρότερη! Και τι; Να πάρει βασιλιά! Άκουσε κάποτε τη γιαγιά της να λέει, πως τη βραδιά που γεννήθηκαν, είδε τις Μοίρες που ήρθαν να μοιράνουν τα βρέφη. Ο πιο σιγανός ήχος του παλατιού είναι αυτός που το κάνει να ραγίσει.
Ώστε να το ειπεί εκείνη, ο βασιλιάς έβγαλε τη χρυσή βελόνα. Ωχ! ακούστηκε σύνωρα· ένα ωχ τόσο παραπονιάρικο, που ράγισαν για μιας όλα τα μάρμαρα και τα τζάμια του παλατιού. Τίναξε τα φτερά του το πουλί και πήδησε νεράιδα χρυσοφορεμένη στα πάτωμα η Αυγή. Ο βασιλιάς έμεινε αφωνάλαλος. Γύριζε κι έβλεπε τις αδερφάδες και δεν ήξερε ποια από τις δυο ήταν η γυναίκα του. Η μόνη στο δωμάτιο που δεν αποφεύγει το βλέμμα της αδερφής της.
Η Αυγή σαν είδε την αδερφή της, την αγκάλιασε, τη φίλησε και την έβαλε να καθίσει κοντά της απάνω στο κρεβάτι. Από τη χαρά της δεν είδε ούτε τη χλομάδα ούτε το άγριο βλέμμα της. Σήκωσε το τουλουπάνι, κεντημένο όλο με πούλιες και τιρτίρια κι έδειξε το βασιλόπουλο, που κοιμότανε στη χρυσή του κούνια. Ένας κήπος που μένει πράσινος μόνο κάτω από ένα παράθυρο — κι ένας άνθρωπος που πρέπει να εξηγήσει γιατί.
Πέρασαν μερικές μέρες και το περιβόλι όλο ράπισε. Κάηκαν τα λαχανικά, ξεράθηκαν τα δέντρα, χώνεψαν τα μοσχομύριστα φυτά, σαν να τα έδειρε αδρύ χαλάζι. Μόνον μπροστά στο παραθύρι της βασίλισσας έμεινε λίγη πρασινάδα και κει φώλιαζαν τα πουλάκια κι έχυναν την ευωδιά τους τα λούλουδα. Ο περιβολάρης έπεσε σε διπλή έγνοια. Έβλεπε του περιβολιού την κατάσταση και δεν ήξερε πως να δικαιολογηθεί στα βασιλιά. Άκουε και τα λόγια του πουλιού και δεν έβρισκε πως να τα παραστήσει. Κάθε πρωί ανέβαινε στο παλάτι και πάλι κατέβαινε τρομάζοντας την οργή του βασιλιά. Τέλος μια ήμερα, που ο βασιλιάς κατέβαινε να λαφοκυνηγήσει, πήγε μπροστά, γονάτισε και με δάκρυα στα μάτια τα διηγήθηκε όλα. Πώς ακούγεται ένα ρέμα όταν δουλεύουν πολλά χέρια μαζί.
Στου Μπάστα έφτασαν την ώρα που έσκαε ο ήλιος. Έτρεξαν αμέσως, πήραν και νίφτηκαν για να είναι δροσερά κι άσπρα ολοχρονικίς. Έπειτα σηκώσανε τις ποδιές τους κι άρχισαν την πλύση. Το νερό άσπριζε σαν το γάλα· η ρεματιά βούιζε από τον κόπανο. Ανδρέας Καρκαβίτσας, 1899
Ένα παραμύθι για δυο αδερφές, μια μάγισσα κι ένα ξόρκι, όπου η ζήλια γίνεται κάτι που μπορείς να κρατήσεις στο χέρι και να χρησιμοποιήσεις.
Διάβασε σελίδες από βιβλία σαν αυτό, μία τη φορά
Το BookFeed είναι μια ροή με αποσπάσματα από βιβλία. Μαθαίνει τι σου αρέσει και σε βοηθά να βρεις το επόμενο βιβλίο σου.
Άνοιξε το BookFeedΔωρεάν, χωρίς εγγραφή.