Η Αννιώ
Κωσταντίνος Χατζόπουλος, 1894
Ένα φτωχόπαιδο που δουλεύει σε μαγαζί αγαπάει την κόρη των γειτόνων. Φεύγει για να καζαντίσει και γυρίζει είκοσι χρόνια μετά σε μια πολιτεία που τον θυμάται καλύτερα απ’ όσο θυμάται ο ίδιος τον εαυτό του.
Σελίδες από το «Η Αννιώ» που στέκονται μόνες τους, διαλεγμένες για το πώς διαβάζονται σήμερα. Το κείμενο ανήκει στο κοινό κτήμα.
Η ηλικία που θέλεις να σε προσέχουν και νομίζεις πως σε εξετάζουν.
Μα κι όλα τ’ άλλα παιδιά να λείπαν, έφτανε να με δει μόνο η Αννιώ, το κορίτσι του σπιτιού. Πετιότανε στην πόρτα, τέντωνε τα δάχτυλα μπροστά στη μύτη και μου έβγαζε μια πιθαμή τη γλώσσα. Έπρεπε να περάσουν κάμποσα χρόνια, να μεγαλώσουμε κι οι δυο, να πάψουν τα παιδιά να με πετροβολούνε, για να λείψουν και τα περιγέλια της Αννιώς. Τώρα όχι μόνο δε μου ’βγαζε τη γλώσσα, μα σα μ’ έβλεπε να ’ρχουμαι στο πηγάδι, έπαιρνε τον κουβά της κι έβγαινε και κείνη εκεί. Εγώ κοκκίνιζα κι έφευγα βιαστικός. Μου φαινόταν πως κοίταζε πάντα τη μύτη μου. Κι αφού δεν μπορούσα να την κόψω, αποφάσιζα να μην ξαναπάγω στο πηγάδι της Αννιώς. Η ανακούφιση όταν κάποιος που αγαπάς φαίνεται λίγο ατημέλητος, σαν κι εσένα.
Κι αλήθεια, όταν έβγαινε από το «άλλο μέρος του σπιτιού, που ήταν ο δρόμος, η Αννιώ φορούσε τις κεντητές παντούφλες της και το καθαρό φουστάνι. Πολλές φορές που έτυχε, περνώντας από κει, να τη δω να σεργιανίζει κρατημένη μπράτσο με τις γειτονοπούλες, μ’ έπιανε ντροπή. Έτσι στολισμένη μου φαινόταν βέβαια ομορφότερη, ωστόσο μου άρεσε καλύτερα όπως ερχόταν στο πηγάδι, γιατί έτσι ταίριαζε περσότερο μαζί μου. Έβλεπα τον εαυτό μου λιγδιασμένο και βρόμικο κι έτρεχα να φύγω και φρόντιζα να μην περνώ απ’ το δρόμο άμα την έβλεπα εκεί. Στεκόμουνα μόνο κρυμμένος στη γωνιά και την κοίταζα. Μα μια βραδιά είδα και κάτι που δε μου άρεσε. Καθώς περπατούσε πέρα δώθε με μιαν άλλη, κάποιος νέος τις είχε αποκοντά και κάτι τους έλεγε κι αυτές γελούσαν. Το άλλο βράδυ ξαναπήγα και παραφύλαξα. Πάλι ο ίδιος νέος αποκοντά και πάλι αυτές τα ίδια. Η στιγμή που βλέπει το πρόσωπο που ονειρευόταν χρόνια και προσέχει τις ρυτίδες του.
Ο ήλιος είχε δώσει αντίκρυ κι έπεφτε στην πόρτα και της φώτιζε το πρόσωπο. Δεν είχε πολύ ασκημίσει, μα ήτανε στεγνό και τα μάγουλα πήραν και σουφρώσανε γύρω στα χείλη. Είχε δεμένη σκέπη στα μαλλιά, η ντυμασιά της ήταν ξεβαμμένη κι από τις παντούφλες που φορούσε μισοβγαίνανε έξω τα δάχτυλα. Μια τελευταία ματιά πάνω από τον ώμο στην ανθισμένη αυλή.
Καθώς έβγαινα, γύρισα κι είδα την αυλή. Έμπαινε η άνοιξη κι οι μηλιές και μια ροδακινιά μπρος στο πηγάδι ήταν όλες φορτωμένες με άνθια. Στάθηκα μια στιγμή ακόμα και ξαναείδα την Αννιώ που με κοίταζε κι αυτή απ’ την πόρτα δίχως να σαλέψει. Στο καφενείο κάνεις πως διαβάζεις και κοιτάζεις γύρω σου.
Κατέβηκα τη νύχτα στο ξενοδοχείο. Ήταν καινούριο. Τότε που έφυγα, δεν ήτανε χτισμένο εκεί το μέρος. Το πρωί σαν ξύπνησα, βγήκα στην αγορά. Δε με γνώριζε βέβαια κανείς, μα εγώ γνώρισα κάποιους αμέσως κι είχα το φόβο μη με γνωρίσουνε κι αυτοί. Πήγα και κάθισα στον καφενέ κι ο κόσμος με κοίταζε, όπως το κάνει στα μικρά τα μέρη, όπου είναι μετρημένοι οι ξένοι. Πήρα μιαν εφημερίδα κι έκανα πως διάβαζα κι έριχνα γύρω μου λοξές ματιές. Κατιτί σα χαρά πηδούσε μέσα μου, η χαρά που έχει κανείς όταν γυρίζει στην πατρίδα. Και για μένα ήταν σαν πατρίδα ο τόπος αυτός όπου είχα έρθει μικρός και πρωτογνώρισα τον κόσμο. Μα και μια θλίψη ένιωθα μαζί με τη χαρά. Ένα μαγαζί που έμεινε ίδιο είκοσι χρόνια, λες και ο χρόνος δεν πέρασε το κατώφλι του.
Δεν άλλαξαν ούτε οι μπάγκες του· δίπλωναν από πάνω ακόμα και μονάχα πως είχανε χρωματιστεί. Κι ακόμα κρεμιόντανε, σα να τα είχα εγώ κρεμάσει το πρωί, τα μάτσα τα σκοινιά, τα θειαφοκέρια, τα χταπόδια· κι από κάτω οι μπουκάλες με τα σκάγια και το ρετσινόλαδο, τα βάζα με τη γιάμπολη, τη στύψη και την αλοή. Κι από πίσω ο αφεντικός μου ορθός, κοντόπαχος καθώς τον άφησα, φουστανελάς ακόμα, σβέλτος πάντα μ’ όλο το έγκωμο κορμί και τ’ άσπρα τα μαλλιά. Ένα μισάνοιχτο παράθυρο, μια κοπέλα στον καθρέφτη και η δύναμη μιας κορδέλας.
Λίγες μέρες ησύχασα. Μα ένα δειλινό που ήρθα πάλι για νερό και πήγα προς την πόρτα της να γυρέψω τον κουβά της, γιατί ο δικός μου έτρεχε, την πήρε το μάτι μου που στεκότανε μπρος στον καθρέφτη κι έδενε μια κορδέλα στα μαλλιά. Την έδενε και την ξανάδενε κι όλο δεν της άρεσε. Το παράθυρο ήτανε μισογυρμένο και σίμωσα σιγά εκεί και στάθηκα και κρυφοκοίταζα. Η μάνα της αφήνει την πόρτα μισάνοιχτη και το αγόρι κοντά.
Εκεί, ένα βράδυ που είχε αρρωστήσει κάποιος δικός της, κι η μάνα της πήγε να τον ξενυχτίσει, έτρεξε η Αννιώ και μου είπε να πάω αργότερα να κρυφτώ μέσα στο πλυσταριό της και να την περιμένω. Στην αρχή φοβήθηκα, μα μια και της το έταξα, πήρα θάρρος ύστερα και πήγα. Ήταν χειμώνας και θυμούμαι φυσούσε κι έβρεχε. Το ρέμα, που περνούσε δίπλα εκεί, βούιζε κατεβασμένο, σε μιαν άκρη του πλυσταριού κοιμόντανε κι οι κότες· κι από κάτω από τη σκεπή σ’ ένα πέταυρο καρφωμένο στην αστρέχα κούρνιαζαν τα παγόνια, που έθρεφε η μάνα της Αννιώς. Κι αυτά κι οι κότες ταραζόντανε κάθε στιγμή και μας ξαφνίζαν. Από το πίσω μέρος συνόρευε το πλυσταριό με το στάβλο του διπλανού σπιτιού και τ’ άλογα δίναν και κείνα ώρες ώρες βαριές κλωτσιές στο ξύλινο το χώρισμα. Κωσταντίνος Χατζόπουλος, 1894
Ένα φτωχόπαιδο που δουλεύει σε μαγαζί αγαπάει την κόρη των γειτόνων. Φεύγει για να καζαντίσει και γυρίζει είκοσι χρόνια μετά σε μια πολιτεία που τον θυμάται καλύτερα απ’ όσο θυμάται ο ίδιος τον εαυτό του.
Διάβασε σελίδες από βιβλία σαν αυτό, μία τη φορά
Το BookFeed είναι μια ροή με αποσπάσματα από βιβλία. Μαθαίνει τι σου αρέσει και σε βοηθά να βρεις το επόμενο βιβλίο σου.
Άνοιξε το BookFeedΔωρεάν, χωρίς εγγραφή.