BookFeed English

Αποσπάσματα από το «Ερωτόκριτος»

Σελίδες από το «Ερωτόκριτος» που στέκονται μόνες τους, διαλεγμένες για το πώς διαβάζονται σήμερα. Το κείμενο ανήκει στο κοινό κτήμα.

Γιατί η αλήθεια πονά πιο πολύ όταν έρχεται από κοντινό σου άνθρωπο;

"Πολλά μεγάλον άδικο μας ήκαμεν η Φύση,και την αλήθεια ο άνθρωπος δε θέ’ να τη γρικήσει.Όλοι αγαπούν τα ψόματα να λεν, να μας γελούσι,και την αλήθεια ουδέ κιανείς δε θέ’ να την ακούσει.Κι αν έχουν φίλους κ’ εδικούς, να τους καταδικάσουν,τα λόγια τως σαν άνεμον αφήνου’ να περάσουν.Το φίλον κάνουσιν οχθρόν, τον εδικό έχουν ξένον,σαν τως μιλήσουν το πρεπόν εις πράμα κομπωμένον.Μα κείνος, οπού δεν πονεί, αφήνει να περάσειτο σφάλμα, κι ουδέ βούλεται να το καταδικάσει·παινά το κι ομορφίζει το, και πίβουλα κομπώνει,το ψόμα δείχνει απαρθινό, και την αλήθεια χώνει.
— Ερωτόκριτος, Βιτσέντζος Κορνάρος (1713)

Κι αν κάθε αναστεναγμός ταΐζει μια φωτιά;

"Και τούτοι, οπού συχνιάζουσι σαν το νερό στη βρύση,δεν είν’ καλοί αναστεναμοί, ωσάν το θέλει η Φύση.Δεν είν’ τούτοι οι αναστεναμοί, Νένα, σαν είναι οι άλλοι,μα εγώ’χω μέσα στην καρδιάν καρβουνιστιά μεγάλη.Κι ο Έρωτας είν’ ο μάγερος, συμπαίνει και σπουδάζει,και τσι φτερούγες του συχνιά ανεβοκατεβάζει.Φυσά και ξάφτει τη φωτιάν, μην πάγει να του σβήσει,τη μαγεριάν ακάμωτη δε θέ’ να την αφήσει.Κείνος ο αέρας των φτερών, που ξάφτει το καμίνι,κάνει τον αναστεναμόν, π’ έτσι συχνιά με κρίνει,και δεν ευρίσκει ανάπαψιν στο στήθος η καρδιά μου,μα πάντα μ’ αναστεναμόν έρχεται η αναπνιά μου.Κι α’ λάχει ξύλον ή κλαδί, όντεν αναστενάζω,βγαίνει έτοια φλόγα και καημός, που καίγω τα, λογιάζω.
— Ερωτόκριτος, Βιτσέντζος Κορνάρος (1713)

Όταν έχεις πολλά μέσα σου, μπορεί να μη βγαίνει ούτε λέξη.

178 §Ωσά λαήνι οπού γενεί πολλά πλατύ στον πάτο,κ’ εις το λαιμόν πολλά στενό, κ’ είναι νερό γεμάτο,κι όποιος θελήσει και βαλθεί όξω νερό να χύσει,και το λαήνι με τη βιάν προς χάμαι να γυρίσει,μέσα κρατίζει το νερό, κι απόξω δεν το βγάνει,κι όσον το γέρνει, τόσον πλιά μόνον τον κόπον χάνει―εδέτσι εμοιάσασι κι αυτοί, κ’ ήτον γεμάτοι Πάθη,η αποκοτιά τως να τα π[ουν], ως εσιμώσα’, εχάθη.Και θέλοντας να πουν πολλά, τα λίγα δεν μπορούσι,το στόμα τως εσώπαινε, με την καρδιά μιλούσι.
— Ερωτόκριτος, Βιτσέντζος Κορνάρος (1713)

Πώς κάτι μικρό παίρνει σιγά σιγά όλη τη δύναμη;

Κι ωσάν από μικρόν αβγό πουλί μικρόν εβγαίνει,τρεμουλιασμένο κι άφαντο, και με Καιρόν πληθαίνει,κάνει κορμί, κάνει φτερά, κάθ’ ώρα μεγαλώνει,και πορπατεί, χαμοπετά, φτερούγια του ξαπλώνει,κι απ’ άφαντο κι από μικρό, που’τον όντεν εφάνη,κορμί, φτερά, και δύναμη, και μεγαλότη κάνει-το ίδιο εγίνη κ’ εις εμέ, στην άπραγή μου νιότη.Αρχή μικρή κι αψήφιστη ήτον από την πρώτη,μα εδά’χει τόση δύναμη κ’ έτσι μεγάλη εγίνη,οπού μου πήρεν την εξά, και δίχως νου μ’ αφήνει.Κ’ η Αγάπη, που στα βάσανα αντρεύγει και πληθαίνει,κι οπού με τσ’ αναστεναμούς θρέφεται και πλαταίνει,θάμασμα πούρι το κρατούν όλοι, μικροί-μεγάλοι,πώς στην αρχήν τση ανήμπορη γεννάται στην αθάλη·
— Ερωτόκριτος, Βιτσέντζος Κορνάρος (1713)

Πώς γίνεται ένας άγνωστος να γεμίζει τόσο τη σκέψη σου;

Κι ως άγνωστη εκομπώθηκα, κ’ επιάστηκα στο βρόχι,σαν όντε στένει ο κυνηγός, και την ολπίδα τό’χεινα’βρει πουλίν ακάτεχο κι άγνωστο να γελάσει,κι όντε πετά και κιλαδεί, με πλάνος να το πιάσει-έτσι εμπερδεύτηκα κ’ εγώ, και πάσκω, και ξετρέχω,να’βγω από τέτοιον μπερδεμόν, και λυτρωμό δεν έχω·κι ολημερνίς κι οληνυκτίς, ξύπνου κι όντε κοιμούμαι,το λαγουτάρη ανεζητώ, του τραγουδιού θυμούμαι.Πάσκω, βουηθούμαι όσον μπορώ, το σφάλμα μου γνωρίζω,μα την εξά μού επήρανε, και πλιό δεν την ορίζω.Μαγάρι ας ήτον μπορετό, μαγάρι να το μπόρου’,ένα[ν] που δεν εγνώρισα, στο νου να μην εθώρου’!Μα ολημερνίς κι οληνυκτίς κρίσιν έχω μεγάλη,και σγουραφίζω στην καρδιά, ’νούς που δεν είδα, κάλλη.
— Ερωτόκριτος, Βιτσέντζος Κορνάρος (1713)

Μερικές φορές αρκεί να βλέπεις κάποιον που αγαπάς.

Όποι’ αγαπούσιν καρδιακά, παρηγοριά μεγάληπαίρνου’ να βλέπουν είς του αλλού των ομματιών τα κάλλη.Χαίρουνται, αναγαλλιούσιν-ε με τη θωριάν εκείνη,κι α’ θέλου’ να στραφούν κι αλλού, η Αγάπη δεν τσ’ αφήνει.Έτσ’ ήτο στον Ρωτόκριτον, έτσι στην Αρετούσαν·με τη θωριάν εθρέφουνταν, μαστορικά επερνούσαν,δασκαλικά επορεύουνταν, μ’ όλον οπού’το η πρώτηπου εμπήκε σ’ έτοια βάσανα η άπραγή τως νιότη.
— Ερωτόκριτος, Βιτσέντζος Κορνάρος (1713)

Κάποιες πληγές χρειάζονται χρόνο πριν βοηθήσει οτιδήποτε άλλο.

"Παιδάκι μου, η απομονή είν’ γιατρικό μεγάλοσ’ κάθε πληγή, κι ωσάν αυτή δεν είν’ βοτάνι-ν άλλο.Και δροσερεύγει τον καημόν, τον πόνον αλαφρώνει,και μετ’ αυτή γιατρεύγουνται, Παιδάκι μου, όλοι οι πόνοι.Μαγάρι, Θυγατέρα μου, μην είχα προφητέψει,και το κακόν εις την αρχή να το’θελες γιατρέψει.Μα εδά, που ρίζες ήκαμε, κ’ εκάρπισε περίσσα,και τ’ αλαφρά εβαρύνασι, στραβά’ναι τά’σαν ίσα,τυχαίνει σου ν’ αντρειευτείς στον πόλεμο, οπού μπήκες,να μη νικήσουν σήμερο τα βάσανα κ’ οι πρίκες.Σαν οι ολπίδες οι πολλές τον άνθρωπον κομπώνουν,εκείνες, που στα νέφαλα κτίζουν και θεμελιώνουν,και δείχνουν αλαφρόν πολλά κ’ εύκολον κάθε κόπον,γίνουνται με καιρόν οχθροί μεγάλοι των ανθρώπων.
— Ερωτόκριτος, Βιτσέντζος Κορνάρος (1713)

Θα ήταν πιο απλός ο έρωτας αν η κοινωνική θέση δεν όριζε τόσα;

ΑΡEΤΟΥΣΑ"Ω Ριζικό ακατάστατον, αναπαημό δεν έχεις,μα επά κ’ εκεί σαν πελελόν περιπατείς και τρέχεις.Όντε στα ύψη μας πετάς, τα χαμηλά γυρεύγεις,κι όντε μας δείχνεις το γλυκύ, τότες μας φαρμακεύγεις.Ρήγισσας τέκνον μ’ έκαμες, να κρίνω και να ορίζω,και κακομοίρα ωσάν εμέ καμιά άλλη δε γνωρίζω.Κι ας είχα γεννηθεί φτωχή, φτωχό ας είχ’ αγαπήσει,όχι σε τόσα κίντυνα να’μαι κ’ εις τόσην κρίση.Φτωχή φτωχόν αγάπησε, και πόνο δεν εγρίκα’,μα φτωχικά επεράσασι, τον Πόθον εχαρήκα’,δίχως κιαμιάν εντήρησιν, γ-ή φόβο να τους κρίνει,αέραν είχαν και δροσά σ’ τσ’ Αγάπης το καμίνι.
— Ερωτόκριτος, Βιτσέντζος Κορνάρος (1713)

Πριν πλησιάσεις, δοκιμάζεις πρώτα το νερό.

Ήμοιασεν ο Ρωτόκριτος κείνου του στρατολάτηπου’λαχε εις ποταμιά θολήν, κ ’είναι νερό γεμάτη.Κι ως την-ε δει, φοβάται τη, δειλιά να την περάσει,μα βιάζεται κι αποκοτά να μπει, να δικιμάσει.Κι αγάλια-αγάλια πορπατεί, ζάλο και ζάλο κάνει,να δει το βάθος του νερού, βέργα κρατεί και βάνει.Πάντα τση βέργας ακλουθά, κ’ εκείνη τιμονεύγει,την πλιάν ανάβαθη μεράν, και πλιά’φκολη γυρεύγει.Κι απείτις δει, και καλοδεί, και λίγο βάθος έχει,περνά, ξαναπερνά την-ε, και φόβο πλιό δεν έχει-έτσι αυτεινού τα μέλη του ετρέμαν κ’ εδειλιούσα’,την πρώτην οπού στράφηκεν κ’ είδεν την Αρετούσα’.Κι αγάλια-αγάλια αρχίνισεν αποκοτιά να παίρνει,να συχνοπηαίνει στου Ρηγός και να σπουδογιαγέρνει.
— Ερωτόκριτος, Βιτσέντζος Κορνάρος (1713)

Διάβασε σελίδες από βιβλία σαν αυτό, μία τη φορά

Το BookFeed είναι μια ροή με αποσπάσματα από βιβλία. Μαθαίνει τι σου αρέσει και σε βοηθά να βρεις το επόμενο βιβλίο σου.

Άνοιξε το BookFeed

Δωρεάν, χωρίς εγγραφή.