Έργα
Κώστας Κρυστάλλης, 1890
Ποιήματα για τα βουνά, τη ζωή του χωριού, την ξενιτιά και τον πόθο, γεμάτα από τις εικόνες και τους ήχους της Ηπείρου.
Σελίδες από το «Έργα» που στέκονται μόνες τους, διαλεγμένες για το πώς διαβάζονται σήμερα. Το κείμενο ανήκει στο κοινό κτήμα.
Τα βουνά ξαναπρασινίζουν κάθε άνοιξη· γιατί όχι κι εκείνος;
Γεράματα δὲν ἔχετε καὶ χάρο δὲ φοβᾶστε·τὰ μεσημέρια ἁπλώνετε τὸν ἴσκιο στὸ διαβάτη,στὸ ζευγολάτη, στὸ βοσκό, στοῦ κοπαδιοῦ τὸν πλῆθοΤὴν νύχτα ὁλόρθα κι ἄγρυπνα πίνετε καὶ ροφᾶτεδροσιὰ βουνίσια ἀχόρταγα καὶ τὸ ταχύ, ὅταν φέγγη,ἐσεῖς παλάτια γίνεστε στὸν κότσυφα, στ’ ἀηδόνι.Ἐσᾶς σᾶς τρέφουν κρύα νερά, τὰ χιόνια σᾶς πλαταίνουνμωρὲ βουνά, ψηλὰ βουνά, ψηλὰ καὶ δασωμένα,τώρα ποὺ ὁ Μάης σᾶς γιόμωσε μ’ ἀνθούς, μὲ χλόη, μὲ νιάτα,γιατί δὲν ξανανιώνετε κι ἐσεῖς τὸ γέρο ἐμένα,σάμπως καινούργια γένονται καὶ σάμπως ξανανιώνουντοῦτα τὰ χαμηλὰ κλαριὰ καὶ τὰ παλιὰ τὰ δέντρα,νὰ γίνω πάλι ὡς ἤμουν νιός, νὰ γίνω παλικάρι; Όταν ο πόνος δεν βρίσκει τόπο, ούτε η φύση μένει ανέγγιχτη.
Πού να τον πω τον πόνο μου, πού να τον απορίξω;Να τον ειπώ στα τρίστρατα, τον παίρνουν οι διαβάτες,να τον αφήσω στα κλαριά, τον παίρνουν τ’ αγριοπούλια!..Κι αν κλάψω, τα φαρμακερά τα δάκρια πού να πέσουν;Αν πέσουνε στη μαύρη γη, χορτάρι δεν φυτρώνει,αν πέσουνε στον ποταμό, ο ποταμός θα στύψει,αν πέσουνε στη θάλασσα, πνίγουνται τα καράβια,κι αν τα βαστάξω στην καρδιά, με καίν’ με φαρμακώνουν! Κάποιοι πόθοι μένουν κλεισμένοι ενώ ο χρόνος περνά.
Μονάχα ὁ Χρόνος, ποῦ περναει ὁλημερὶς μπροστά του,Ἔγραψε μεσ’ στὸ μάρμαρο μαζὶ μὲ τ’ ὅνομά του:«Χαρὰ στὴν νιὰ τὴν ὤμορφη ποῦ ἡ Μοῖρα θὰ τῆς δείξῃΤὸ σιδερόχορτο νὰ βρῇ τὴν πόρτ’ αὐτὴ ν’ ἀνοίξῃ.Ν’ ἀγκαλιαστῇ τὀ μάρμαρο, σιμά του ν’ ἀγρυπνήσῃΣαράντα δυὸ μερόνυχτα, γλυκὰ νὰ τὸ ξυπνήσῃ!»Εἴνε παλάτι ἐρημικὸ κι’ ἀπόκλειστο ἡ καρδιά μου,Μαρμαρωμένον βασιλιὰ βαστάει τὸν Ἔρωτά μου. Ένας μικρός πόθος μεγαλώνει και στρέφεται εναντίον σου.
Έτσι εγεννήθηκε μικρός κι ο πόθος μου στα στήθη,κι απ’ άφαντο κι απ’ άπλερο πουλάκι, σταυραητέ μου,μεγάλωσε, πήρε φτερά, πήρε κορμί και νύχια,και μου ματώνει την καρδιά, τα σωθικά μου σκίζει,κ’ έγινε τώρα ο πόθος μου αητός, στοιχιό και δράκος,κ’ εφώλιασε βαθιά - βαθιά μες στ’ άσαρκο κορμί μου,και τρώει κρυφά τα σπλάχνα μου, κρυφοβοσκάει τη νιότη. Το πιο δύσκολο στην ξενιτιά μπορεί να είναι ποιος θα σε φροντίσει.
Αν αρρωστήσεις, ποιος θαρθεί στην ξενιτιά σιμά σου,να σε ρωτά τον πόνο σου, τα γιατρικά να δίνει;στο έρμο σου προσκέφαλο να ξενυχτάει μαζί σου;Κι αν έρθει μερ’ αγλύκαντη στα ξένα να πεθάνεις,ποιος θα βρεθεί στο πλάι σου τα μάτια να σου κλείσει;Ποιος θα σου λούσει το κορμί, ποιος θα σε σαβανώσει;Στο λειψανό σου ποιος θαρθεί λουλούδια να σε ράνει;Και ποιος με πόνο θα ριχτεί στο νεκροκρέββατό σουγια να σε κλάψει; Ποιος θα ειπεί για σένα μοιρολόγι;Αχ! πως τους θάφτουν, νάξερες, και πως τους παν τους ξένους!..Χωρίς λιβάνι και κηρί, χωρίς παπά και ψάλτη! Η λαχτάρα για ελευθερία σκοντάφτει στην έλλειψη φτερών.
Από ημερόδενδρον, αητέ, θέλω να τρώω βελάνια,θέλω να τρώω τυρί αλαφιού και γάλα απ’ άγριο γίδι.Θέλω ν’ ακούω τρυγύρω μου πεύκα κι οξιές να σκούζουν,θέλω να περπατώ γκρεμούς, ραϊδιά, ψηλά στεφάνια,θέλω κρεμάμενα νερά δεξιά - ζερβά να βλέπω.Θέλω ν’ ακούω τα νύχια σου να τα τροχάς στα βράχια,ν’ ακούω την άγρια σου κραυγή, τον ίσκιο σου να βλέπω.-θέλω.., μα δεν έχω φτερά, δεν έχω κλαπατάρια,και τυραννιέμαι, και πονώ, και σβιέμαι νύχτα - μέρα. Το δειλινό αλλάζει ακόμη και το μέγεθος του γνώριμου τόπου.
Πίσω ἀπὸ μακρινὲς κορφὲς ὁ ἥλιος βασιλεύεικαὶ τ’ οὐρανοῦ τὰ σύνορα χίλιες βαφὲς ἀλλάζουν,πράσινες, κόκκινες, ξανθές, ὁλόχρυσες, γαλάζιεςκι ἀνάμεσά τους σκάει λαμπρὸς λαμπρὸς ὁ Ἀποσπερίτης.Τὴν πύρα τοῦ καλοκαιριοῦ τὴν σβηεῖ γλυκὸ ἀγεράκι,ποὺ κατεβάζουν τὰ βουνά, ποὺ φέρνουν τ’ ἀκρογιάλια.Ἀνάρια τὰ κλωνάρια του κουνάει ὁ γερο-πεῦκοςκαὶ πίνει καὶ ρουφάει δροσιὰ κι ἀχολογάει καὶ τρίζει.῾Η βρύση ἡ χορταρόστρωτη δροσίζει τὰ λουλούδιακαὶ μ’ ἀλαφρὸ μουρμουρητὸ γλυκὰ τὰ νανουρίζει·θολώνει πέρα ἡ θάλασσα, τὰ ριζοβούνια ἰσκιώνουν,τὰ ζάλογγα μαυρολογοῦν, σκύβουν τὰ φρύδια οἱ βράχοικι οἱ κάμποι γύρω οἱ ἁπλωτοὶ πράσινο πέλαο μοιάζουν. Κάτω από τα αστέρια, η πιο παλιά ερώτηση έρχεται ήσυχα.
Μιὰν Ἀπριλιάτικη βραδιά, μιὰ νύχτ’ ἀστερωμένη’Ψηλά, στοῦ Πίνδου τὰ βουνὰ μονάχος μου καθόμουν.Κ’ ἐκύτταζα στὸν οὐρανό, κ’ ἐκρυφοσυλλογιόμουν,Πῶς ζῇ ὁ δόλιος ἄνθρωπος, πῶς ζῇ καὶ πῶς πεθαίνει.Ἀπὸ τὴ σκέψι κάποτε μ’ ἐξύπναγε μιὰ βρύσηΣιμά μου, πὤχυνε νερὸ σὰν τὸ μαργαριτάριΚαὶ μὲ τὴς πέτραις μίλαε μουρμουριστά. Μὲ χάριΤ’ ὠχρὸ φεγγάρι ἄρχιζε νὰ γέρνῃ πρὸς τὴ δύσι. Η ξενιτιά ψάχνει έναν ήσυχο τόπο για να μιλήσει.
Ανάθεμά σε, ξενιτιά, με τα φαρμάκια πόχεις!..Θα πάρω έναν ανήφορο να βγω σε κορφοβούνι,να βρω κλαράκι φουντωτό και ριζιμιό λιθάρι,να βρω και μια κρυόβρυση, να ξαπλωθώ στον ίσκιο,να πιω νερό να δροσισθώ να πάρω λίγη ανάσα,ν’ αρχίσω να συλλογισθώ της ξενιτιάς τα πάθη,να ειπώ τα μαύρα ντέρτια μου και τα παράπονά μου. Ένα όνειρο με κοπάδια, ανοιχτό τόπο και κοινή ζωή.
’Ηθελα νάμουν τσέλιγκας, νάμουν κ’ ένας σκουτέρης,να πάω να ζήσω στο μαντρί, στην ερημιά, στα δάσα,νάχω κοπάδι πρόβατα, νάχω κοπάδι γίδια,κ’ ένα σωρό μαντρόσκυλα, νάχω και βοσκοτόπια,το καλοκαίρι στα βουνά, και τον χειμώ στους κάμπους.Νάχω από πάλιουραν βορό και στρούγγα από ροδάμι,νάχω και σε ψηλήν κορφή καλύβα από ρουπάκια,νάχω με τα βοσκόπουλα σε κάθε σκάρον γλέντι,νάχω φλογέρα να λαλώ, ν’ αντιλαλούν οι κάμποι,νάχω και κόρη όμορφη, στεφανωτήν μου νάχω,να μου βοηθάει στο σάλαγο, να μου βοηθάει στα γρέκια,κι όντας θα τα σταλίζουμε τα δειλινά στους ίσκιους,στης ρεματιάς τη χλωρασιά μαζί της να πλαγιάζω,να με κοιμίζει με φιλιά στους δροσερούς της κόρφους. Κώστας Κρυστάλλης, 1890
Ποιήματα για τα βουνά, τη ζωή του χωριού, την ξενιτιά και τον πόθο, γεμάτα από τις εικόνες και τους ήχους της Ηπείρου.
Διάβασε σελίδες από βιβλία σαν αυτό, μία τη φορά
Το BookFeed είναι μια ροή με αποσπάσματα από βιβλία. Μαθαίνει τι σου αρέσει και σε βοηθά να βρεις το επόμενο βιβλίο σου.
Άνοιξε το BookFeedΔωρεάν, χωρίς εγγραφή.