Εν περιπάτω
Αχιλλέας Παράσχος, 1875
Ένας ποιητής του 19ου αιώνα περπατά στο Λονδίνο και στο Παρίσι και βλέπει παντού παρακμή. Οργή, ειρωνεία και νοσταλγία στην ίδια ανάσα.
Σελίδες από το «Εν περιπάτω» που στέκονται μόνες τους, διαλεγμένες για το πώς διαβάζονται σήμερα. Το κείμενο ανήκει στο κοινό κτήμα.
Ο τηλέγραφος φέρνει το πένθος πιο γρήγορα κι από την αστραπή.
Ἀλλὰ ἐπάρατος καὶ σύ, τηλέγραφε, νὰ ἦσαι·σύ, ὅστις καὶ τοῦ κεραυνοῦ ταχύτερον κινεῖσαιδιὰ νὰ φέρῃς εἴδησιν δακρύων καὶ θανάτων,ἄψυχε κόραξ, γλαὺκ βωβὴ πενθίμων ἀγγελμάτων.Τί ἐὰν φέρῃς καὶ χαρᾶς μολπήν; ἡ εὐτυχίαδὲν πλεονάζ’ εἰς τὴν ζωὴν ποτέ, καιρὸν κανένακ’ εἶναι σπανία τῆς πτωχῆς χαρᾶς ἡ ἀγγελία·φεῦ! Κεραυνόνεις ἑκατὸν κ’ εὐαγγελίζεις ἕνα! Οι φτωχογειτονιές κρύβουν μια εξαθλίωση που σοκάρει τον ξένο.
Ζόφος καὶ ψῦχος τὰ ὀστᾶ διαπερᾷ καὶ πεῖνακαὶ γύμνωσις καὶ νόσοιοἰκοῦν τὰ καταλύμματα τὰ πένθιμα ἐκεῖνα·καὶ ὅμως ἄπειροι ἐκεῖ καὶ θνήσκουσι καὶ ζῶσι!Φεῦ! Θνήσκουν περισσότεροι· ἂν ξένος τις συμπέσῃτὸν δρόμον ν’ ἀπολέσῃκ’ ἐκεῖ ἐξαίφνης εὑρεθῇ, ἐκπλήσσεται καὶ φρίσσει,θαρρεῖ πὼς ὀνειρεύεται, φοβεῖται νὰ βαδίσῃ,καὶ δὲν πιστεύει τ’ ὄμμα του· οἱ δυστυχεῖς ἐκεῖνοιοὓς βλέπει, εἶναι ἄνθρωποι ἀλήθεια, ἢ κτήνη; Κοιτάζοντας πίσω, ο ποιητής νοσταλγεί έναν καλύτερο κόσμο.
Ποῦ εἶσθε πατριαρχικοὶ καιροί, γαληνιαῖοι,καιροὶ Θεοῦ καὶ φύσεως, ἀκύμαντοι, ὡραῖοι;Ποῦ εἶσθε ἔτη τῆς αὐγῆς, γλαυκὰ καὶ φωτοβὸλα,ὅτ’ ἤξευρε κανεὶς τὸ πᾶν, διότ’ ἠγνόει ὅλα...Ὅτ’ ἄρχων ἦτο ὁ πατήρ, ἡ ἀνθρωπότης ᾆσμακαὶ συνωμίλει μὲ στοργὴν ὁ πλάστης μὲ τὸ πλάσμα!Φεῦ· κεῖσθε εἰς τὴν ἄβυσσον, τὴν νὺκτα τοῦ ἀπείρου,ὡς καὶ οἱ εὔανδροι καιροὶ τοῦ ἱεροῦ Ὁμήρου,τῶν ἡμιθέων, τῶν θεῶν! Τί ἔγιναν, ποῦ εἶναιἡ Σπάρτη ἡ στηθότειχος, τὸ μύρον αἱ Ἀθῆναι;Ποῦ εἶναι οἱ ἀφρόχυτοι καιροὶ τῆς Σαλαμῖνος,τῶν Ὀλυμπίων ἡ ζωὴ κ’ οἱ χρόνοι σου. Μυκάλη; Τον λένε χρυσό. Εκείνος βλέπει μόλυβδο κι έναν κόσμο ορφανό.
Φεῦ· οὗτος, οὗτος ὁ αἰὼν ὅστις χρυσοῦς καλεῖταιεἶν’ ἐκ μολύβδου· σήψεως αἰὼν καὶ τέφρας χρόνοι·ἀρχὴ ψυχορραγήματος, νεκρώσιμος σινδόνη·εἶναι θανάσιμος αἰὼν ὀργίων παρὰ φύσιν,πραγματικότηε παγερά, ὁ κόσμος εἰς τὴν δύσιν...Ἡ ἀνθρωπότης ἕρμαιον ὕλης νεκρᾶς ἀφέθη·ἀπὸ τὸ ρόδον τῆς ζωῆς τὸ μύρον ἀφῃρέθη,ἀπὸ τὸν ὕπνον τὤνειρον, ἐκ τῆς ψυχῆς ἡ δρᾶσιςκ’ ἔμειναν ὅλα ὀρφανὰ καὶ ἄνθρωπος καὶ πλᾶσις·ἀπετεφρώθ’ ἡ ζωή, ἐχάθη τὸ ὡραῖον·δὲν ἔχει τέκνα ὁ Θεὸς κ’ ἡμεῖς πατέρα πλέον. Στο Λονδίνο οι τίγρεις έχουν ανθρώπους υπηρέτες. Οι φτωχοί πεινούν.
Ναί, οὔτως εἰς τὸ ἄστυ ζοῦν το μέγα, τὸ Λονδῖνον,τὴν γῆν τὴν εὐαγγελικήν, τῆς Βίβλου, τῶν ἀκτίνωντοσαῦτα πλάσματα· κ ἐκεῖ ὀλίγον πέραν μόνονεἰς κῆπον μήγαν, ἀχανῆ, παράδεισον λειμώνων,τίγρεις τρυφοῦν, κροκόδειλοι καὶ ὄφεις κροταλίαι·εἶν’ ἐδικαί των αἱ σκιαὶ τῶν δένδρων αἱ βαθεῖαι!Κ’ ἔχουσιν ὡς ἀνάκτορα ἀνθοσπαρμένους τόπους,πλουσίαν τράπεζαν, αὐλὴν καὶ δούλους των... ἀνθρώπους!Καὶ ἴδετε, θαυμάσατε χωρὶς ζηλοτυπίαντὴν ἀγγλικὴν ἁβρότητα καὶ τὴν εὐαισθησίαν·ἔχουν καρδίαν μητρικὴν δι’ ὄφεις ἰοβόλους,μὲ μάλλινα σκεπάσματα, θερμὰ τοὺς σκέπουν ὅλουςμήπως παγώσῃ ἔξαφνα τὸ σῶμα τὸ ψυχρόν τωνκαὶ τὶ θὰ γείνῃ ἔπειτα τὸ δηλητήριόν των;... Ένα σάπιο φρούτο στον δρόμο φανερώνει τι λέμε πολιτισμό.
Ὁ ἀληθὴς πολιτισμὸς μωρίας δὲν μετέχει·ἔχει καρδίαν πάλλουσαν καὶ μετ’ ἐκείνης τρέχει·μήτε καλεῖται νοῦς ποτὲ ὁ νοῦς ἄνευ καρδίαςκ’ ἡ ἐπιστήμ’ ἡ ἄπιστος στερεῖται ἀληθείας·ἀκόμα καὶ ἡ ἀρετὴ κ’ ἡ ἀρετὴ ἀκόμαδὲν ἐπαρκεῖ εἰς ἑαυτὴν χωρὶς τὸ θεῖον ὄμμα.Ἔχει ἀνάγκην τῆς χειρὸς τῆς θείας, τῆς ἀπείρουπολιτισμένοι βάρβαροι· χθὲς ἐκ τοῦ παραθύρουσαπρώδη ἔρριψα καρπὸν εἰς τὴν ὁδόν κι’ ἐν τάχεινὰ τὸν ἁρπάσῃ ἔδραμε μετὰ κραυγῶν μεγάλωνδεκὰς ἀνδρῶν καὶ γυναικῶν ἐκ πείνης μαινομένη· Η εποχή γεννά μυρμήγκια, όχι αετούς. Κι εκείνος νοσταλγεί το ωραίο.
Ζ’Ὁποία στεῖρα ἐποχή· καθ’ ἅπασαν τὴν κτῆσιν,εἰς μεσημβρίαν καὶ βορρᾶν, ἀνατολὴν καὶ δύσιν,γεννῶνται καὶ παρέρχονται πληθὺς μηρμύκων μόνον.Πτέρυξ δὲ φύετ’ ἀετοῦ ἢ χαίτη ἄλλων χρόνων.Εἰς τῆς μεγάλης πλάσεως τὰ γιγαντώδη στήθη,θερίζει χάρων ἄσημος, ὅ,τι γεννᾷ ὴ λήθη.Γεννῶνται τόσοι, ἄπειροι· εἷς μόνον δὲν γεννᾶται·τὸ πᾶν ἐψυχορράγησε, τὸ πᾶν ἀποκοιμᾶται...Καὶ τώρα, ὅπου ἂν στραφῇς, παντοῦ εἰς πάντα τόπον,ἀντὶ ἀνθρώπων ἀπαντᾷς τὴν τέφραν τῶν ἀνθρώπων.Ποῦ πλέον τὸ ἰδανικόν, αἱ τέχναι αἱ ὠραῖαι; Αχιλλέας Παράσχος, 1875
Ένας ποιητής του 19ου αιώνα περπατά στο Λονδίνο και στο Παρίσι και βλέπει παντού παρακμή. Οργή, ειρωνεία και νοσταλγία στην ίδια ανάσα.
Διάβασε σελίδες από βιβλία σαν αυτό, μία τη φορά
Το BookFeed είναι μια ροή με αποσπάσματα από βιβλία. Μαθαίνει τι σου αρέσει και σε βοηθά να βρεις το επόμενο βιβλίο σου.
Άνοιξε το BookFeedΔωρεάν, χωρίς εγγραφή.