Απομνημονεύματα
Ιωάννης Βλαχογιάννης, 1907
Ένας αγράμματος στρατιώτης της Επανάστασης γράφει στα γεράματά του ποιοι πολέμησαν και ποιοι πληρώθηκαν, χωρίς να χαριστεί σε κανέναν.
Σελίδες από το «Απομνημονεύματα» που στέκονται μόνες τους, διαλεγμένες για το πώς διαβάζονται σήμερα. Το κείμενο ανήκει στο κοινό κτήμα.
Μες στα τείχη, η ψείρα και το σκουλήκι μαλώνουν για τους πληγωμένους.
Απόξω μαθαίναμεν ότι διαλύθηκαν· τους κυρίεψε ο Μπραΐμης κι’ ο Κιτάγιας. Αυτό μαθαίναμεν από τους Τούρκους· ότι μας κλείσαν στενά. Αφού μπήκε ο Κριτζώτης κι’ ο Μαμούρης, μας ζώσαν ολόγυρα το κάστρο με χαρακώματα κι’ ασκέρια πολλά μέσα ’σ αυτά. Το κάστρο πολεμοφόδια δεν είχε, ούτε άλλον ζαϊρέ όξω από κριθάρι μόνον. Χάθηκε ο ζαϊρές εξ αιτίας της ακαταστασίας των ανόητων. Κι’ αλοιφή και ξανθά δεν είχαμε τελείως. Κι’ όσοι πληγώνονταν πέθαιναν οι περισσότεροι, ότι βρωμούσαν· και μάλλωνε η ψείρα με το σκουλήκι. Τη βρώμα να υπόφερνε ο πληγωμένος, την ψείρα και πόνους ή την πείνα; Κι’ από αυτά πέθαιναν οι περισσότεροι. Εγώ τους έδινα ολίγον ζαϊρέ και κρασί να πλένουν τους γεράδες. Κι’ απολπίστηκαν όλοι. Βλέπει στον ύπνο του τους Τούρκους. Οι άλλοι τον πειράζουν πως φοβάται.
Εγώ πάντοτες εις τέτοιες εποχές δεν κοιμώμαι χωρίς έγνοια. – Είμαι κιοτής και πάντοτες προσέχω να μην χαθώ αδίκως· κ’ έχω κι’ άλλους εις την οδηγίαν μου και τους χάνω κ’ εκείνους. Βλέπω εις τον ύπνο μου κ’ έρχεται ένας και μου λέγει: «Σήκου απάνου!» Ξύπνησα, ματακοιμήθηκα. Πάλε τον βλέπω και μου λέγει: «Σήκου!» Ήμουν νοιασμένος και δεν κοιμώμουν. Τότε σηκώνομαι, τηράγω από το παλεθύρι και γιόμωσε ο τόπος Τούρκους· και το περιβόλι όλο γιομάτο. Κ’ εμείς – κανείς να είναι έξυπνος· και δεν θ’ άφιναν ρουθούνι. Και θα μας σκατοψύχαγαν τόσος κόσμος αδύνατος, οπούταν εκεί και κουβαλιώνταν εις τ’ Ανάπλι με τα καΐκια. Τότε βάνω τις φωνές: «Τούρκοι! Τούρκοι!». Οι άλλοι που μ’ άκουσαν λέγαν: «Ο Μακρυγιάννης πέθανε από τον φόβον του και δεν κοιμάται· όλο Τούρκους νειρεύεται». Ο ήλιος γυρίζει και λέει τι είδε να κείτεται στον κάμπο.
Ο Ήλιος εβασίλεψε,Έλληνά μου, βασίλεψεκαι το Φεγγάρι εχάθηκι’ ο καθαρός Αυγερινός που πάει κοντά την Πούλια,τα τέσσερα κουβέντιαζαν και κρυφοκουβεντιάζουν.Γυρίζει ο Ήλιος και τους λέει, γυρίζει και τους κρένει· «Εψές οπού βασίλεψα πίσου από μια ραχούλα,άκ’σα γυναίκεια κλάματα κι’ αντρών τα μυργιολόγιαγι’ αυτά τα ’ρωικά κορμιά ’στον κάμπο ξαπλωμένα,και μέσ’ το αίμα το πολύ είν’ όλα βουτημένα.Για την πατρίδα πήγανε ’στον Άδη, τα καϊμένα. Είπε σε έναν βασιλιά την αλήθεια για το βασίλειό του και από τότε το πληρώνει.
Αυτά έλεγα της Μεγαλειότης του, ότι αφανίστη το κράτος του, οπού θα ζήση αυτός και τα παιδιά του. Και διά να μιλώ την αλήθεια κατατρέχομαι κι’ από βασιλέα κι’ από προκομμένους. Θέλουν την αλήθεια, κι’ όποιος την ειπή κιντυνεύεται. Αλήθεια, αλήθεια, πικριά οπού είσαι! Ούτε οι βασιλείς σε ζυγώνουν, ούτε οι προκομμένοι· μόνον ρωτούν διά σένα και ύστερα σε κατατρέχουν! Ζητά συγγνώμη που αφήνει την αφήγηση για να θρηνήσει έναν άγνωστο.
Συχωράτε με, αναγνώστες, οπού ’φυγα από το προκείμενον. Μη στοχάζεστε ότ’ είμαι ή γόητας, είτε φαντασμένος, είτε εγώ αδικημένος. Λυπούμαι και γράφω αυτά ότι ήτανε πέντε αδέλφια κ’ έμεινε ένας μόνον από το ντουφέκι, και οι άνθρωποί τους ήτανε τόσον καιρόν σκλαβωμένοι και σώθη μία γυναίκα μόνον κι’ αυτείνη πείναγε, κ’ εκείνοι οπού τους ζήταγε ψωμί θέλαν να κάμουν το κέφι τους να της δώσουνε να φάγη. Κι’ αυτό κι’ άλλα πολλά τοιούτα μ’ έκαμαν να βγω από το προκείμενον. Ότι τα τοιούτα δεν λευτερώνουν πατρίδα, την χάνουν, κ’ έχω σκοπόν να ζήσω κ’ εγώ ’σ αυτείνη την πατρίδα. Ότι έχω τόση αδύνατη φαμελιά και δεν ’πιτηδεύομαι να κολακεύω τους δυνατούς. Και είμαι δυστυχής, και κλαίγω και την δυστυχισμένη μου πατρίδα, οπού δι’ αυτείνη χύσαμε το αίμα μας αδίκως. Γράφει για ανθρώπους που θα τον διαβάσουν όταν εκείνος δεν θα υπάρχει.
Τοιούτοι άνθρωποι θέλουν να πλουτήνουν, όταν δεν είναι καιρός δια πλούτη, αλλά είναι καιρός ν’ αγωνιστούν και ύστερα έρχονται τα πλούτη και η δόξα μαζί. Εμείς τους συντρόφους μας τους δένομε και τους φορτώνομε λιθάρια κ’ έρχονται οι Τούρκοι και τους ξεφορτώνουν. Εμείς τους τίμιους φίλους μας και καλούς πατριώτες τους σκοτώνομε, τους παντίδους τους σεβόμαστε, κι’ αφίνομε το Στραβοσουρμελή να κλέβη την ντογάνα, να μας δίνη κ’ εμάς και να τρώγη και αυτός, και να γράφη ψευτιές κ’ επαίνους. Και με τους κόλακας και κλέφτες κι’ απατεώνες βέβαια η πατρίς κιντύνεψε και θα κιντυνέψη. Τα σημειώνω κ’ εγώ εδώ ίσως εσείς οι μεταγενέστεροι, σαν ιδήτε την αρετή μας, θα είστε ’λικρινώτεροι δια την πατρίδα. Ένα παιδί πετάει νερό από το πιάτο. Μισή πόλη βγάζει μαχαίρια.
Γυρίζοντας οπίσου οι μπουρλοτιέρηδες, οπού κάψαν καράβια των Tούρκων, μίαν ημέρα πέρναγε από το κονάκι μου ένας μπουρλοτιέρης (είχα κονάκι έξω πιασμένο, παραπάνου από την Παναγιά), είχα εις το κονάκι μου αφημένους πεντέξι ανθρώπους τίμιους να φέρνωνται φρόνιμα εις τον μαχαλά, εγώ ήμουν εις το μοναστήρι με τους προκρίτους (πήγαινα κάθε ημέρα εκεί και μιλούσαμε, μ’ αγαπούσαν κ’ εγώ τους σεβόμουν ως μεγαλύτερους), ’στο κονάκι είχα ένα μικρό παιδί κ’ έπλυνε τα πιάτα. Έκαμε να ρίξη το νερό κάτου εις τον δρόμον, η κακή τύχη – πέρναγε εκείνη την ώρα ο μπουρλοτιέρης, οπού τότε ’σ εκείνη την περίστασιν ο κάθε μπουρλοτιέρης ήταν μισός θεός, το νερόν οπούρριψε το παιδί έπεσε απάνου εις τον μπουρλοτιέρη, χωρίς να τον ιδή το παιδί. Λέει στον βασιλιά να αφήσει ήσυχη την πίστη του κόσμου.
Όχι να κάθεσαι εσύ, ένας μεγάλος βασιλέας, και να καταγένεσαι ν’ αλλαξοπιστήσης μίαν χούφτα ανθρώπους, οπού ήταν τόσους αιώνες χαμένοι και σβυσμένοι από την κοινωνίαν. Εκείνος οπού τους κυρίεψε τους έκαιγε εις τους φούρνους, τους έκοβε γλώσσες, τους παλούκωνε ν’ αλλάξουν την θρησκείαν τους και δεν μπορούσε να κάμη τίποτας. Τώρα ο Θεός, ο δίκιος και παντοδύναμος, οπού ορίζει κ’ εσένα, ανάστησε αυτείνο το μικρό έθνος και θέλει να δοξάζεται απ’ αυτό το μικρό ορθόδοξο έθνος ορθοδόξως κι’ ανατολικώς, καθώς οι εδικοί σου υπήκοοι τον δοξάζουν δυτικώς. Ιωάννης Βλαχογιάννης, 1907
Ένας αγράμματος στρατιώτης της Επανάστασης γράφει στα γεράματά του ποιοι πολέμησαν και ποιοι πληρώθηκαν, χωρίς να χαριστεί σε κανέναν.
Διάβασε σελίδες από βιβλία σαν αυτό, μία τη φορά
Το BookFeed είναι μια ροή με αποσπάσματα από βιβλία. Μαθαίνει τι σου αρέσει και σε βοηθά να βρεις το επόμενο βιβλίο σου.
Άνοιξε το BookFeedΔωρεάν, χωρίς εγγραφή.