Αι εξοχαί των Αθηνών
Εμμανουήλ Ροΐδης, 1896
Ένας οξυδερκής περιηγητής διασχίζει τα ξεχασμένα προάστια της Αθήνας τη δεκαετία του 1890 και θρηνεί για τα ρυάκια και τα δέντρα που η πρόοδος έθαψε κάτω από τη σκόνη.
Σελίδες από το «Αι εξοχαί των Αθηνών» που στέκονται μόνες τους, διαλεγμένες για το πώς διαβάζονται σήμερα. Το κείμενο ανήκει στο κοινό κτήμα.
Γιατί ένα έθνος που έγραψε ύμνους στα δέντρα αφήνει τα δάση του να καίγονται.
Τὸ ὕδωρ ἀγοράζεται ἢ ἁρπάζεται ὑπὸ τῶν Ἀθηναίων, τὰ δὲ δάση κατατρώγουσιν οἱ αἶγες ἢ ἐρημοῦσιν αἱ ἀνὰ πᾶν ἔτος ἀναπτόμεναι πρὸς αὔξησιν τῆς βοσκησίμου ἐκτάσεως πυρκαϊαί, τῶν ὁποίων ἀδύνατον εἶναι νὰ εὑρεθῶσι καὶ νὰ τιμωρηθῶσιν οἱ πασίγνωστοι αὐτουργοί, διὰ τὸν λόγον ὅτι δὲν ἔχουν ψήφους τὰ δένδρα καὶ ἔχουν ψήφους οἱ αἰγοβοσκοί. Έναν μαρμάρινο τρούλο τον χτίζεις σε δυο χρόνια· ένα δάσος θέλει εκατό.
Οὐδ’ εἶναι μικροτέρα ἡ ζημία τῆς ἀραιώσεως τοῦ παρακειμένου δάσους, τοῦ ὁποίου ἀπέμειναν μόναι αἱ ἐλαίαι. Τὸ δάσος τοῦτο δὲν ἦτο μὲν ἐκτεταμένον, ἀλλ’ ἦτο τὸ μόνον ἐκ τῶν ὅσων εἶδον εἰς τὰ περίχωρα τῆς Ἀττικῆς τὸ παρέχον τὴν δυσεύρετον παρ’ ἡμῖν ἀπόλαυσιν περιπάτου ἢ ἀναπαύσεως ὑπὸ τὸν πράσινον θόλον ὑψηλῶν δένδρων. Πρὸς ἐκτίμησιν τοῦ μεγέθους τῆς ζημίας ἀρκεῖ τις ν’ ἀναλογισθῆ ὅτι χρήματα μόνο χρειάζονται πρὸς οἰκοδομὴν ἐντὸς δυὸ ἢ τριῶν ἐτῶν ὅσον δήποτε μεγαλοπρεποῦς λιθίνου θόλου, ἐνῷ ἀπαιτεῖται παρέλευσις ὁλοκλήρου αἰῶνος ὅπως ἀνέλθωσι τὰ δένδρα εἰς ὕψος ἱκανὸν νὰ σχηματίσωσι τοιοῦτον. Περὶ τούτου ὅμως ὀλίγον φροντίζουσιν οἱ μὴ διακρινομένοι βεβαίως ἐπὶ ἀλσοφιλίᾳ Ἀθηναῖοι. Τα μέρη που ύμνησαν οι αρχαίοι ποιητές έχουν χαθεί από τον χάρτη.
Πάντα ταῦτα οὐδαμοῦ πλέον δύναται σήμερον ν’ ἀνευρεθῶσι παρὰ εἰς μόνα τὰ συγγράμματα τῶν ἀρχαίων. Μάτην ἐζήτησα παρὰ τῶν ἡμετέρων ἀρχαιολόγων νὰ μοὶ ὑποδείξωσι ποῦ ἔρρεε τὸ προσφιλὲς εἰς τὰς Ἀθηναίας παρθένους «πολὺ καὶ καλὸν ὕδωρ τοῦ Ἠριδανοῦ»· ἡ Ἐννεάκρουνος Καλλιρρόη σπανίως παρέχει ὕδωρ ἐπαρκὲς διὰ νὰ πλύνωσι τ’ ἀσπρόρρουχά των εἰς τὰς οἰκοκυρὰς τοῦ Βατραχονησίου, οὐδὲ θὰ ἠδύνατο σήμερον ὁ Σωκράτης νὰ δροσίσῃ τοὺς πόδας του εἰς τὸ ῥεῖθρον τοῦ Ἰλισσοῦ, ἀλλὰ τὸν μὲν χειμῶνα θὰ ἐβύθιζεν αὐτοὺς εἰς κίτρινον πηλόν, τὸ δὲ θέρος θὰ ἔκαιον τὰς πτέρνας του χάλικες πυρακτωμένοι. Το ποτάμι που κάποτε διέσχιζε έφιππος είναι τώρα δυο μαρμάρινες γέφυρες πάνω από το τίποτα.
Εἰς εἴκοσι λεπτῶν ἀπόστασιν ἀπὸ τῆς πλατείας τῆς Ὁμονοίας εὑρίσκει τις παρὰ τὴν ὄχθην ἢ μᾶλλον παρὰ τὴν κοίτην τοῦ Κηφισσοῦ τὴν Κολοκυνθοῦν καὶ τὰ συνεχόμενα μετ’ αὐτῆς Σεπόλια. Ὁ Ραγκαβὴβ μέμφεται τὸν Στράφωνα ἐπὶ ἀνακριβείᾳ ὡς εἰπόντα ὅτι ὁ ποταμὸς οὗτος ξηραίνεται τὸ θέρος, ἐνῷ εἶναι ἀέναον τὸ ρεῖθρον αὐτοῦ. Ὅταν πρωτοῆλθα ὀλίγον πρὸ τῆς μεταπολιτεύσεως εἰς τὴν Ἑλλάδα, εὗρον ὅτι εἶχε δίκαιον ὁ Ραγκαβὴς καὶ ἄδικον ὁ Στράβων. Κατ’ οὐδεμίαν τότε ὥραν τοῦ ἔτους ἔλειπε τὸ ὕδωρ ἐκ τοῦ Κηφισσοῦ. Δὲν ἔτυχε μὲν νὰ προβῶ εἰς καταμετρήσεις πρὸς ἐξακρίβωσιν τοῦ βάθους αὐτοῦ, κάλλιστα ὅμως ἐνθυμοῦμαι ὅτι, ὅταν μὲν ἦτο ὀλίγον ἔβρεχε μέχρι μέσης κνήμης τοὺς πόδας τοῦ ἵππου μου, καὶ ὅταν ἦτο πολὺ ἔφθανε μέχρι τῶν ἰδικῶν μου καὶ πολλάκις ἔτυχε διερχόμενος τὰ Σεπόλια νὰ περιπλεχθῶ εἰς ἀδιέξοδον λαβύρινθον διασταυρουμένων ρυακίων. Ταῦτα εἶναι περασμένα μεγαλεῖα καὶ σήμερον ὁ πόταμος οὗτος εἶναι σχεδὸν πάντοτε ξηρός. Μια πηγή που έκανε τις στείρες μητέρες — και οι καλόγεροι που έπαιρναν τα εύσημα.
Καθὼς πολλὰ τῆς Δύσεως μεσαιωνικὰ μοναστήρια, εἶχε καὶ ἡ Καισαριανὴ πηγήν, τῆς ὁποίας τὸ νερόν, πινόμενον ἐπί τινας ἡμέρας ἐκεῖ ὅπου ἀναβλύζει, εἶχε τὴν ἰδιότητα νὰ μεταβάλῃ εἰς μητέρας τὰς στείρας. Ἀθυρόστομοί τινες Φράγκοι χρονογράφοι δὲν ἠδέσθησαν νὰ παρατηρήσωσιν ὅτι αἱ πηγαὶ αὗται ἀπώλεσαν τὴν θαυματουργὸν αὐτῶν δύναμιν μετὰ τὴν διάλυσιν τῶν μονῶν καὶ τὴν ἀπέλευσιν τῶν καλογήρων. Καθ’ ὅσον ὅμως ἀφορᾷ τὴν ἐν Καισαριανῇ τεκνοδότειραν βρύσιν, τὸ ζήτημα δὲν φαίνεται δεκτικὸν ἀσφαλοῦς λύσεως, διὰ τὸν λόγον ὅτι ἀπὸ πολλοῦ ἤδη ἔπαυσαν μεταβαίνουσαι ἐκεῖ τὸ θέρος αἱ Ἀθηναίαι. Ὅπως τῶν ἄλλων περιχώρων αἱ ἐξοχαί, οὕτω ἐγκατελείφθη ἀπὸ τριακονταετίας ἤδη καὶ ἡ Καισαριανή. Ἀδίκως, πιστεύομεν, διότι ἦτο ἐξ ὅλων ἡ ἐξοχικωτέρα. Μόνο εἰς αὐτὴν δὲν ἠναγκάζετο τις νὰ μείνη κατάκλειστος μέχρι τῆς δύσεως τοῦ ἡλίου, ἀλλ’ ἠδύνατο καὶ ἐν ὥρᾳ μεσημβρίας νὰ περιδιαβάζῃ ὑπὸ τὸ ἡμίφως τῶν ἀκτίνων, αἵτινες εἰσέδυον ἠραιωμέναι καὶ πραείαι διὰ τοῦ πυκνοῦ κοσκίνου τῶν φυλλωμάτων. Ακόμα και ο μεγάλος πλάτανος γέρνει τώρα, χωρίς κανένα βλαστάρι στη θέση του.
Ἡ Κηφισσιά, ἀφοῦ κατέστη εὐπρόσιτος διὰ τοῦ σιδηροδρόμου καὶ ἀπέκτησεν εὐρωπαϊκὸν ξενοδοχεῖον, δύναται νὰ θεωρηθῆ ὡς ἡ ἱκανωτέρα νὰ θεραπεύση τὰς ἐξοχικὰς ὀρέξεις τῶν κατοίκων τῆς πρωτευούσης. Οὐδ’ αὕτη ὅμως προώδευσε πολύ. Κατὰ τὰς ἑορτασίμους ἡμέρας τοῦ θέρους μεταβαίνουσιν ἀθηναϊκαί τινες οἰκογένειαι νὰ γευματίσωσιν ἐν ὑπαίθρῳ, ἀλλ’ αἱ διερχόμεναι ἐκεῖ τὸ θέρος εἶναι ὁλογώτεραι τῶν πρὸ εἰκοσαετίας· οὐδ’ ἐπικρατεῖ πλέον μεταξὺ αὐτῶν οἵα πρὶν ἐξοχικὴ οἰκειότης. Τὸ δεῖπνον εἰς τὸ table d’hôte καὶ ὁ περίπατος ἐφ’ ἁμάξης διεδέχθησαν τὰ γεύματα ἐπὶ τοῦ χόρτου καὶ τὰς εὐθύμους ὀνηλασίας. Καὶ αὐτὸς ὁ γέρων πλάτανος φαίνεται κύπτων ὑπὸ τὸ βάρος τῆς ἡλικίας. Ἡ κόμη του ἠραιώθη καὶ οἱ κλάδοι του ἔχουσιν ἀνάγκην τοῦ στηρίγματος πασσάλων. Οὗτος ἦτο τὸ μόνον ἴσως ἄξιον λόγου δένδρον τῆς Ἀττικῆς καὶ δὲν ἀφίνει δυστυχῶς ἀπόγονον κανένα. Τα καλάμια γέρνουν το ένα προς το άλλο σαν να ψιθυρίζουν — και η πόλη τα χρειάζεται.
Ἄξιον σημειώσεως εἶναι καὶ τῶν ὑπερκειμένων παντὸς φράκτου δονάκων. Οὐδαμοῦ της Ἀττικῆς ὑπάρχουσι τόσον πολλὰ καὶ τόσον εὔμορφα καλάμια. Ταῦτα εἶναι πρὸ πάντων χαριέστατα ὅταν ὑπὸ τὴν πνοὴν ἐλαφροῦ ἀνέμου συγκύπτουσι πρὸς ἄλληλα ὡς κρυφομιλοῦντα. Τὸ σύνηθες ἐλάττωμα πάσης ἐξοχῆς ἀποτελουμένης ἐξ ἀθροίσματος κήπων εἶναι οἱ περιφράσσοντες αὐτοὺς τοῖχοι· ἀλλ’ οἱ τῶν Σεπολίων δὲν εἶναι ὑψηλότεροι δωδεκαετοῦς παιδίου καὶ τὴν γυμνότητα αὐτῶν ἐνδύουσι παντοῖα φιλότοιχα φυτά. Τὸ πράσινον χρῶμα κυριαρχεῖ οὕτω ἄνευ διακοπῆς ὑφ’ ὅλας αὐτοῦ τὰς παραλλαγάς. Τὰ Σεπόλια εἶναι ἡ μόνη ὄασις τῆς μεταξὺ τοῦ Λυκαβηττοῦ καὶ τοῦ Δαφνίου αὐχμηρᾶς πεδιάδος. Ἀληθὲς εἶναι ὅτι δὲν ἔχουσιν οὔτε εὐρὺν ὁρίζοντα, οὔτε κλασσικὰ ἐρείπια, οὔτε γραφικοὺς βράχους καὶ ποικίλας ἐπ’ αὐτῶν τοῦ φωτὸς ἀντανακλάσεις, οὐδ’ ἄλλο τι τὸ δυνάμενον νὰ ἐμπνεύση τὸν ποιητὴν ἢ νὰ ἑλκύση τὸν καλλιτέχνην. Οἱ κῆποι οὗτοι δύνανται νὰ ὁμοιωθῶσι πρὸς ἐργοστάσια μαρουλίων καὶ ραφανίδων. Τόσα μαρμάρινα αγάλματα γεμίζουν τον κήπο, που τον κάνουν να μοιάζει με κοιμητήριο.
Μεταξὺ τῶν ἐπαύλεων τούτων διακρίνεται ἡ τοῦ κ. Θῶν, τοῦ προικίσαντος ἰδίᾳ δαπάνῃ καὶ διὰ κομψοῦ ναΐσκου τὸ χωρίον. Προστάτης ὧν τῆς καλλιτεχνίας εὐηρεστήθη νὰ μεταβάλῃ τὸν κῆπον εἰς ἔκθεσιν τῶν προϊόντων τῆς συγχρόνου ἡμῶν γλυπτικῆς. Ἀπέχοντες ν’ ἀποφανθῶμεν περὶ τῆς ἀξίας τῶν καλλιτεχνημάτων τούτων, ἀρκούμεθα νὰ εἴπωμεν ὅτι ἡ πυκνότης τῶν λευκαζόντων μεταξὺ τῆς χλόης μαρμάρων καὶ ἡ γειτνίασις τῆς μικρᾶς ἐκκλησίας μεταδίδουσιν εἰς τὸν εὐθαλῆ τοῦτον κῆπον ὄψιν τινὰ κοιμητηρίου. Εμμανουήλ Ροΐδης, 1896
Ένας οξυδερκής περιηγητής διασχίζει τα ξεχασμένα προάστια της Αθήνας τη δεκαετία του 1890 και θρηνεί για τα ρυάκια και τα δέντρα που η πρόοδος έθαψε κάτω από τη σκόνη.
Διάβασε σελίδες από βιβλία σαν αυτό, μία τη φορά
Το BookFeed είναι μια ροή με αποσπάσματα από βιβλία. Μαθαίνει τι σου αρέσει και σε βοηθά να βρεις το επόμενο βιβλίο σου.
Άνοιξε το BookFeedΔωρεάν, χωρίς εγγραφή.