Τζάκ
Ανδρέας Καρκαβίτσας, 1887
In 1890s Athens a rumoured ripper is loose, and a widow's nights are eaten by fear, gossip and the question of whom her daughter should marry.
Pages from Τζάκ that stand on their own, chosen for how they read today. The text is in the public domain.
You finally know what you want to say, and then you remember how you once said no.
Τέλος ἄνοιξε ἡ ἀπέναντι πόρτα καὶ ἡ Θοδωριὰ ἐχαιρέτισε πρώτη. Ἡ Γερασιμίνα ἤθελε νὰ πετάξῃ μία στιγμή, νὰ κάμῃ τὴν πρότασή της καὶ νὰ τελειώσουν μία ὥρα ἀρχύτερα. Ἀλλὰ πράγμα παράδοξον - κάτι τῆς ἕσφιξε τὴν καρδιὰ καὶ ἐδίστασε. Ἡ ἰδέα τῆς παλαιᾶς της διαγωγῆς, ὁ πρόστυχος τρόπος μὲ τὸν ὅποιον ἄλλοτε ἀπέρριψε αὐτὴ τὰς προτάσεις των, ἦλθε τώρα καὶ τὴν ἐκάρφωσε εἰς τὸ κατώφλι της. Δὲν ἦτο τάχα δίκαιο νὰ τῆς φερθοῦν ἔτσι κι ἐκεῖνοι τώρα; A city agrees on what its monster looks like, and reads it in every face.
Ἀπὸ μηνὸς αἱ ἐφημερίδες ἔγραφαν ὅτι οὗτος εἶχε βαρεθῆ τὰς μεγαλοπόλεις τῆς Εὐρώπης καὶ κατέβη εἰς Ἀθήνας διὰ νὰ συνεχίσῃ τὰ φοβερὰ κατορθώματά του. Ἀπὸ ἐφημερίδα εἰς ἐφημερίδα καὶ ἀπὸ στόμα εἰς στόμα, ἀπὸ τὸν γραμματισμένον εἰς τὸν ἀγράμματον διεδόθη σὲ λιγάκι εἰς ὅλας τὰς τάξεις τῆς κοινωνίας. Ἐφοβήθηκαν πολὺ οἱ ἄνδρες, ἐτρόμαξαν τὰ παιδιά, ἀλλὰ πρὸ παντὸς ἔπαθαν πανικὸν αἱ γυναῖκες. Καὶ μὲ τὸ δίκιο τους. Ὅλες αἱ διαδόσεις ἔλεγαν ὅτι αὐτὰς καὶ μόνον καταδιώκει ὁ κακοῦργος. Μόλις ἰδῇ γυναίκα, σὰν νὰ τὸν πιάνῃ τὸ δαιμόνιο, τραβᾷ τὸ μαχαίρι του καὶ τὴν ξεκοιλιάζει ἄψε σβῆσε. Καὶ μήπως τὸν γνωρίζῃ κανεὶς νὰ προφυλαχθῇ. Λέγουν πὼς εἶναι νέος, μόλις εἴκοσι τριῶν χρονῶν, μὲ μαῦρα μάτια καὶ μαῦρο μουστάκι. Τουλάχιστον ἔτσι τὸν παρέστησε τὸ τελευταῖον θύμα του πρὶν ξεψυχήσῃ. Ἀλλὰ μήπως ἕνας καὶ δύο εἶναι οἱ νέοι μὲ τὰ μαῦρα μάτια καὶ τὸ μαῦρο μουστάκι! At three in the morning, every voice you heard that day comes back to argue.
Ἡ νύχτα εἶχε προχωρήσει ἀλλὰ ὁ ὕπνος δὲν ἐκάθιζε εἰς τὰ βλέφαρα τῆς κυρα-Γερασιμίνας. Τὰ λόγια της μάνας τοῦ Γιάννη, ἡ συμβουλὴ τοῦ μανάβη, τὰ λόγια τοῦ παπᾶ ποὺ ἔφτυσε τρὶς καὶ ἔκαμε τὸν σταυρό του εἰς τὸ ὄνομα τοῦ κακούργου ὡς νὰ ἐπρόκειτο περὶ τοῦ Ὀξαποδῶ, ἐγύριζαν κι ἐξαναγύριζαν εἰς τὸ κεφάλι τῆς γριᾶς διασταυρούμενα μεταξύ των ὡς ἀστραπαὶ εἰς νεφελώδη οὐρανόν. Ἀλλὰ πρὸ πάντων ἡ Γερασιμίνα ἐσκέπτετο τὰ λόγια ποὺ τῆς εἶπε ἡ θυγατέρα της ἀπόψε. Ἡ μητρική της στοργὴ εὕρισκε μέσα εἰς αὐτὰ κάποιαν διαμαρτυρίαν, κάποιο παράπονο τῆς δροσερᾶς νεότητος καὶ τῆς ζωῆς ἐν γένει, ποὺ ἐκινδύνευε. Καὶ εὕρισκεν ὅτι ἐκινδύνευεν ὄχι διὰ τίποτ᾿ ἄλλο ἀλλὰ διὰ τὴν μωρὰν ἐπιμονήν της, νὰ μὴ δεχθῇ ὡς γαμπρόν της τὸν Γιάννη, τὸ παιδὶ τῆς Θοδωριᾶς. The monster of the newspapers has learned to walk out of a widow's dream.
Ἔ! Ἀφοῦ ἀγαπιόνται ἂς ζήσουν τὰ παιδιά της· κατέληξεν ἡ γριά. Καὶ ἅμα μέσα εἰς τὶς σκέψεις της αὐτὲς ἐτύχαινε νὰ καταβάλλεται ἡ γεροντική της κράσις καὶ νὰ βυθίζεται εἰς νάρκην, ὁ Ἀντεροβγάλτης πελώριος μὲ μακριὰ μαῦρα μουστάκια καὶ γενειάδα δασείαν, μὲ δύο μάτια φλογερὰ καὶ μεγάλα ὡς ἄστρα, ἐφαίνετο ἔξαφνα νὰ μπαίνῃ ἀπὸ τὶς χαραμάδες τῆς πόρτας, μὲ γιγάντια μάχαιρα εἰς τὸ ἕνα χέρι καὶ παμμεγίστη μποτίλια εἰς τὸ ἄλλο. Καὶ τίποτε δὲν ἐζήτει ἐκεῖ ὁ κακὸς ἄνθρωπος παρὰ νὰ ξεκοιλιάσῃ τὴν θυγατέρα της. Τότε ἡ γριὰ ἐτινάζετο εἰς τὸ στρῶμα ἔξαλλος καὶ ἅπλωνε τὰ χέρια πρὸς τ᾿ ἀριστερὰ ὅπου ἐκοιμᾶτο ἡ Ἑλένη καὶ γιὰ πολλὴν ὥραν ἐκοίταζε τὸ πρόσωπόν της, θέλουσα εἰς τὸ ἀμυδρὸν φῶς ποὺ ἔχυνε ἐπάνω της ἡ κανδήλα τοῦ εἰκονίσματος νὰ καμαρώσῃ τὰ χαρακτηριστικά της. A mother does the arithmetic of her daughter's dowry and forgets the fatigue.
Ὅ,τι ὅμως ὑπέφερε τόσα χρόνια ὅλα τὰ ἐλησμόνει ὅταν ἔβλεπε τὴν κόρη της. Τώρα ἐδούλευαν καὶ οἱ δύο. Ἡ Γερασιμίνα ἔπλυνε τὰ ἀσπρόρουχα· ἡ Ἑλένη εἰργάζετο εἰς μοδιστράδικο μὲ ἡμεροκάματο μίας δραχμῆς. Εἶναι ἀλήθεια μικρὰ καὶ τιποτένια ἡ πληρωμή, ἀλλὰ τί νὰ γίνει; Μὲ αὐτὴν καὶ τὶς οἰκονομίες της θὰ κατόρθωνε σιγὰ-σιγὰ νὰ κάμῃ τὴν προίκα της καὶ νὰ ἀποκατασταθῇ. Καὶ εἰς αὐτὸν τὸν συλλογισμόν, κύμα θερμὸν εὐφροσύνης ἔτρεχεν εἰς ὅλην τὴν ὕπαρξιν τῆς Γερασιμίνας καὶ μισογελοῦσαν τὰ χείλη, ἐνῷ ἐκοκκίνιζαν τὰ μαραμένα μάγουλα. At the moment of yes, a mother can think only of an old slipper.
Ἡ κυρα-Γερασιμίνα βρέθηκε στενοχωρημένη. Ἀλήθεια τί εἶχε νὰ τοὺς εἰπῇ; Ὁ ἀντεροβγάλτης ἐπιάστηκε· δὲν τὸν ἐφοβόταν πιά. Ὁ μπακάλης ἦταν ἐκεῖ μὲ τὸ ἐμπορικό του τίγκα. Γιατί νὰ βιαστῇ; Ἀπόφευγε ὅσο ἠμποροῦσε τὰ μάτια τῆς κόρης της. Γύρισε σὰν νὰ ζητοῦσε κάτι καὶ τέλος ἔσκυψε, ἔβγαλε ἀπὸ τὸ πόδι της μία μισολιωμένη παντόφλα καὶ τὴν παρουσίασε στὸ Γιάννη. The boy your mother warns you against, seen the way his own mother sees him.
Καὶ δὲν ἠπατᾶτο καθόλου ἡ Γερασιμίνα. Ὁ Γιάννης ἦτο κοντόχοντρος νέος, εἴκοσι χρονῶν, τσαγκάρης τὸ ἐπάγγελμα καὶ κούτσαβος κατὰ συνήθειαν. Μυτερὰ παπούτσια, πλατὺ πανταλόνι, κόκκινο ζωνάρι καὶ ρεπούμπλικα κάτω της ὁποίας πρὸς τὸ μέτωπον, ἐπρόβαλαν λαδωμένες ἀφέλειες. Τὶς καθημερινὲς ἐδούλευε μεροκάματο, καὶ τὶς γιορτὲς ἐχόρευε μὲ τὴν λατέρνα εἰς τὴν πλατείαν τῆς συνοικίας. Ἡ Θοδωριὰ ἡ μάνα του τὸν ἐκαμάρωνε περισσότερο γιὰ τὸν χορὸν τοῦ παρὰ γιὰ τὴν δουλειά του. Ὧρες καθόταν καὶ τὸν κοίταζε νὰ γυρίζῃ σὰν σβούρα στὶς μύτες τῶν παπουτσιῶν του, ὅταν ἐχόρευε τὸ χασάπικο, καὶ συχνὰ ἔλεγε μὲ περηφάνια εἰς τὶς ἄλλες γυναῖκες. Ανδρέας Καρκαβίτσας, 1887
In 1890s Athens a rumoured ripper is loose, and a widow's nights are eaten by fear, gossip and the question of whom her daughter should marry.
Read pages from books like this, one at a time
BookFeed is a feed of real passages from real books. It learns what moves you and finds your next book.
Open BookFeedFree, no sign-up.