An enemy spilled thirty barrels of wine, and the old man has forgiven him.
Καὶ ἤρχισε νὰ διηγῆται πῶς ἄγνωστος ἐχθρός, ἴσως κανένας βαλμένος ἀπ᾽ τοὺς δικούς του, ποὺ δὲν τὰ εἶχε καλὰ μαζί τους, εἶχεν εἰσχωρήσει διὰ νυκτὸς ὁ ἀπόκοτος εἰς τὴν αὐλὴν καὶ εἰς τὸ ἰσόγειον τῆς οἰκίας καὶ εἶχεν ἀνοίξει τὸν κρουνὸν τοῦ μεγάλου βαγενίου του κ᾽ ἐχύθηκαν τριάντα βαρέλες κρασί. Τώρα τοῦ ἔμενε μόνον αὐτὸ τὸ μεσακὸ βαρελάκι ποὺ τὸ κρασοπουλεῖ κι ἄλλα δύο ἢ τρία μικρότερα, τὰ ὁποῖα εὑρίσκει ἡδονὴν νὰ λιανοπωλῇ μοναχός του, ὄχι τόσον διὰ τὰ λεπτὰ ποὺ θὰ μαζώξῃ, ὅσον διότι ἔρχονται, ἂς εἶναι καλά, τὰ παιδιὰ τοῦ χωριοῦ, τὰ λεβεντόπαιδα, καὶ τοῦ κάνουν συντροφιά, γιὰ νὰ περνᾷ κι αὐτὸς τὴν ὥραν του. — Τρελλὴ βραδυά , Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης (1892) Three converts play the night awake, and every note carries a name they left behind.
Ἐσηκώθησαν καὶ οἱ τρεῖς, αὐτός, καὶ ὁ Παῦλος, ὁ πρῴην Μεχμέτης, καὶ ὁ Μᾶρκος, ὁ πρῴην Χασάνης, καὶ ἔλαβον ὁ πρῶτος τὴν γκάιδαν του, ὁ δεύτερος τὸ λαγοῦτον, καὶ ὁ τρίτος τὸ κλαρινέτον, καὶ ἐν τῷ ἅμα τὰ ἐχόρδισαν. Καὶ τότε ἤρχισε δαιμονιώδης χορός, ἐκεῖ, εἰς τὴν μικράν πλατεῖαν, εἰς τὰ Γύφτικα, γύρω τριγύρω εἰς μίαν καλύβην ἡμισκεπῆ καὶ ἡμίφρακτον, χρησιμεύουσαν ὡς σιδηρουργεῖον. Καὶ ἡ γκάιδα βραχνόφωνα ἐφαίνετο νὰ λέγῃ βαθιά, μὲ φθόγγους ἐγγαστριμύθου, τοὺς ἀδήλους καημοὺς τοῦ συζύγου τῆς Ἀηλές, καὶ τὸ λαγοῦτον ἔμελπε λίαν παραπονετικὰ τὰ ἄγνωστα ντέρτια τοῦ Παύλου, τοῦ πρῴην Μεχμέτη, καὶ τὸ κλαρινέτον διελάλει, εἰς τὰ σκότη τῆς νυκτός, εἰς τὰς κοιλάδας καὶ εἰς τὰ ὄρη, τὰ ἄρρητα βάσανα τοῦ πρῴην Χασάνη, τοῦ Μάρκου. Ὅλη ἡ γειτονιὰ ἔχασε λίαν παράωρα τὸν ὕπνον της, καὶ ὅλον τὸ χωρίον ἀντήχησεν ἀπὸ τὴν ἀλλόκοτον, τὴν μεγαλόφθογγον ὀρχήστραν. — Τρελλὴ βραδυά , Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης (1892) The night sky refuses to carry their songs, and the sea only wants to hear itself.
Δὲν ἦσαν τραγούδια αὐτά, καὶ ὁ ὁρίζων δὲν τὰ ἔστεργε. Οὔτε ὑπῆρχε κοινὸν διὰ νὰ τοὺς ἀκούῃ. Τὰ κορίτσια τῆς γειτονιᾶς ἐκλειδώνοντο ἐνωρίς, ὅμοια μὲ τὰ πουλιὰ ποὺ κατιάζουν* ἐνωρὶς εἰς τὰς φωλεάς των. Τὰ κύματα δὲν δέχονται ἄλλας ἠχοὺς ἀπὸ τὴν ἰδικήν των, τὴν πλουσίαν καὶ παναρμόνιον. Ὁ βράχος ἀντικρὺ ἐφαίνετο νὰ γελᾷ μὲ μαύρους ὀδόντας, ὡς κόκκαλα σαπρακωμένα, σπαρτά, πεταμένα ἐπάνω εἰς τὸ πλάγι τοῦ βουνοῦ, καὶ τὸ κῦμα θραυόμενον ἐπάνω των ἐκάγχαζεν εἰς τὰς ἀγόνους προσπαθείας των. — Τρελλὴ βραδυά , Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης (1892) Three men shiver on a cold March night, each too proud to say the obvious.
Ὅλα τὰ παράθυρα τριγύρω κλειστά. Ἔπειτα αὐτοὶ δὲν εἶχαν νὰ κάμουν τίποτε μὲ τὰ κορίτσια τῆς γειτονιᾶς· εἶχαν μὲ τοὺς ἰδίους ἑαυτούς των. Μὴν πιστεύετε ὅτι, ἐπειδὴ εὑρίσκοντο εἰς τὸ ὕπαιθρον, ἦτο θέρος ἤδη. Ἦτο τὸν Μάρτιον μῆνα καὶ ἔκαμνε ψῦχος. Ἕκαστος ἐκ τῶν τριῶν ηὔχετο ἐπὶ μίαν στιγμὴν νὰ ἐπρότεινεν ὁ εἷς τῶν ἄλλων δύο νὰ μεταθέσωσι τὸ συμπόσιον ἐντὸς τοῦ καπηλείου. Ἀλλὰ κανεὶς ἐκ τῶν τριῶν δὲν τὸ ἐπρότεινεν. Ὁ γερο-Καλοειδάκης οὔτε ὑπώπτευεν ὅτι ἔκαμνε ψῦχος. Εἶτα αἴφνης καὶ οἱ ἄλλοι ἔπαυσαν νὰ τὸ αἰσθάνωνται. Ἔπειτα ἤρχισε σιγὰ νὰ χιονίζῃ. Ὁ καλύτερος καιρὸς διὰ νὰ γλεντήσῃ κανεὶς «στοὺς μαχαλάδες». Ἡ καλυτέρα προδιάθεσις διὰ νὰ κρυώσῃ κανεὶς χωρὶς νὰ αἰσθανθῇ κρύο. — Τρελλὴ βραδυά , Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης (1892) The tavern keeper who was born crooked, and the village that found him funny for it.
Ὁ γερο-Καλοειδὴς ἦτον πρῶτος μερακλὴς καὶ πρῶτος γλεντζὲς τοῦ χωρίου, πρόθυμος εἰς ὅλα, αὐτὸς καὶ τὸ καπηλεῖόν του. Εἶχε μείνει ἕως τότε μὲ τὸ ἄχτι του, καὶ μὲ τὸν κορμόν του τὸν κοντὸν καὶ κυρτόν, καὶ μὲ τὰ μακρὰ σκέλη του, ἐπειδὴ τοιοῦτος ἦτον ἐκ νεότητός του: πλασμένος μὲ ραχῖτιν, οἱονεὶ μὲ τὸ καυκίον του ἐξελθὼν ἐκ κοιλίας μητρός, καὶ καμμία δὲν τὸν ἐζήλευε νὰ τὸν πάρῃ. Ἀκολούθως κατώρθωσε νὰ ξεγελάσῃ μίαν, ταχέως ἐχήρευσεν, εἶτα ἐνυμφεύθη δευτέραν φορὰν καὶ εὐθὺς ὕστερον ἀπέθανε. Τότε ἦτον ἀκόμη ἄγαμος· δὲν εἶχε πενηνταρίσει ἀκόμη. — Τρελλὴ βραδυά , Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης (1892) Read pages from books like this, one at a time
BookFeed is a feed of real passages from real books. It learns what moves you and finds your next book.
Open BookFeed Free, no sign-up.