Ρωμαίος και Ιουλιέτα
Ουίλλιαμ Σαίξπηρ, 1597
Two teenagers from feuding houses fall in love, and every promise they make costs them a little more. Read Shakespeare as a poet of speed and rashness.
Pages from Ρωμαίος και Ιουλιέτα that stand on their own, chosen for how they read today. The text is in the public domain.
The first time you see someone across a room and everything else goes quiet.
Ποια είν’ αυτή που ’πέρασε, κ’ επλούτιζε το χέριτου νέου οπού την κρατεί, εκεί;ΥΠΗΡΕΤΗΣΔεν την γνωρίζω.ΡΩΜΑΙΟΣΩ! εις την λάμψιν της κοντά θαμπόνουν αι λαμπάδες!Μου φαίνεται ’ς το μάγουλον της Νύκτας κρεμασμένη,ωσάν διαμάντι λαμπερόν στ’ αυτί ενός Αράπη!Τόσον πλουσία ευμορφιά δι’ άνθρωπον δεν είναι,τόσον ωραίον θησαυρόν η γη δεν τον αξίζει!Πώς ξεχωρίζεται αυτή απ’ ταις συντρόφισσαίς της,’σαν περιστέρα κάτασπρη ’ς τα μαυροπούλια μέσα! When someone you love is suddenly two people at once.
Καρδιά φιδιού που μ’ έκρυπταν τα άνθη της μορφής σου!Τέτοια χιλιόκαλλη σπηλειά να κρύπτη τέτοιον δράκον!Ω δαίμον’ αγγελόμορφε, ω τύραννε ωραίε,ω κόρακα, που με πτερά περιστεριού πετούσες·αρνί με λύκου λύσσιασμα, ουσία σιχαμένημε παρουσίαν θεϊκήν εις όλα εναντίοςαπ’ ό,τι μου εφαίνεσο κι’ απ’ ό,τι εθαρρούσα!Ω κολασμένε άγιε, κι’ αχρείε τιμημένε!Ω φύσις, απ’ την κόλασιν τι ήθελες να πάρηςενός διαβόλου την ψυχήν, να την μεταφυτεύσηςεις τέτοιον γλυκοαίματον χαριτωμένον κήπον;Πώς έτσι να χρυσοδεθή τέτοιον αισχρόν βιβλίον;Πώς η ψευτιά να κατοική τόσον λαμπρόν παλάτι; What would you accept instead of a marriage you didn't choose?
Παρά ποτέ να ’πανδρευθώ τον Πάρην, πρόσταξέ μεαπό αυτήν να κρημνισθώ την κορυφήν του πύργου·ή στων κλεφτών να πλανηθώ τα μονοπάτια ’πέ μου·ή πρόσταξέ με να χωθώ όπου φωληάζουν φίδια·μαζή μ’ αρκούδαις δέσε με ‘ς την ίδιαν αλυσίδα,ή κλείσε με μεσάνυκτα ’ς ένα κιβούρι μέσα,γεμάτον κόκκαλα νεκρών που τρίζουν και κτυπιούνται,γεμάτον σκέλεθρα χλωμά κι’ ολόγυμνα κρανία·ή πρόσταξέ με να χωθώ εις ανοιγμένον μνήμα,και τύλιξέ με στου νεκρού το σάβανον· ειπέ μουπράγμα, που τρόμος μ’ έπιανε και να τ’ ακούσω μόνον,κι’ αμέσως χωρίς δισταγμόν ή φόβον θα το κάμω,να μείνω ακηλίδωτη γυναίκα του ανδρός μου. Wanting to call someone back, and hearing how thin your voice is.
Ρωμαίε! Πσιτ! — Ω! την φωνήν του ιερακάρη ας είχα,το εύμορφον ιεράκι μου οπίσω να το κράξω.Αχ! η σκλαβιά είναι βραχνή και δεν τολμά να κράξη.Αλλέως μέσα ‘ς την σπηλιάν όπου γλυκοκοιμάταιθα την ξυπνούσα την Ηχώ, να κάμω να βραχνιάσηκ’ εκείνης η αέρινη η γλώσσα, τον Ρωμαίονμε αντιλάλημα πυκνόν να κράζη μέσ’ το σκότος. Saying it's still night because leaving would end everything.
Ας μη προφθάσω να σωθώ, ας μ’ εύρουν, ας με σφάξουν!Αφού εσύ μου το ζητείς, εμένα δεν με μέλει!’ματιά δεν είναι της Αυγής εκείνη η ασπρίλα·είν’ αντανάκλασις αχνή, που χύνει της Σελήνηςτο μέτωπον και ούτ’ αυτό κορυδαλός δεν είναι,οπού ‘ς τον θόλον τ’ ουρανού επάνω μας βουίζει.Εδώ να μείνω λαχταρώ να φύγω δεν το θέλω.Έλα, ω θάνατε, λοιπόν! το θέλει η Ιουλιέτα.Ψυχή μου, έλα — λέγε μου. Δεν είν’ ακόμη ’μέρα. Why the sweetest things are the first to make you sick.
Τέτοιαις χαραίς ορμητικαίς ολέθρια τελειόνουνκαι σβύνουν εις την δόξαν των, καθώς εκεί που σμίξουνμαζή πυρίτις και φωτιά, φιλιούνται και ‘πεθαίνουν.Το μέλι το γλυκύτερον απ’ την πολλήν του γλύκανκανένας το σιχαίνεται και το αηδιάζει·λοιπόν και η αγάπη σου ας ήναι μετρημένη·εκείνη μόνη διαρκεί· αργά εξ ίσου φθάνεικ’ εκείνος που αργοπατεί, και όποιος πολυτρέχει. What you swear by can undo you: a moon that changes every month.
Αγάπη μου, ορκίζομαι, μα το σεμνόν Φεγγάρι,που τα κλαδιά τα φουντωτά των δένδρων ασημόνει....ΙΟΥΛΙΕΤΑΜη ‘ς το φεγγάρι ορκισθής, το άστατον φεγγάρι,που κάθε μήνα κι’ αλλαγήν ‘ς τον δίσκον του μας κάμνει,μη τύχη κ’ η αγάπη σου αλλάζη ’σαν εκείνο.ΡΩΜΑΙΟΣΕις τι λοιπόν να ορκισθώ;ΙΟΥΛΙΕΤΑΜην ορκισθής διόλου.Ή ‘ς την χαριτωμένην σου την ύπαρξιν ορκίσου,’ς αυτήν, που είναι ο Θεός οπού εγώ λατρεύω,και σε πιστεύω. Anyone who counts what they love already suspects it might end.
ΙΟΥΛΙΕΤΑΤο αίσθημα που της καρδίας τα βάθη πλημμυρίζει,ούτε με λόγια λέγεται, ούτε στολίδια θέλει·πτωχός εκείνος που μετρά τον θησαυρόν που έχει·εμένα η αγάπη μου είναι πλουσία τόσον,ώστε δεν έχει μετρημόν ούτ’ ο μισός της πλούτος.ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣΕμπρός, να τελειόνωμεν. Ελάτε. Δεν σκοπεύωνα σας αφήσω μοναχούς, αν ήναι μ’ άδειάν σας,πριν ευλογία ιερά κάμη τους δύο ένα. The one thing that refuses to stay put is the thing that keeps you moving.
Λαλώ περί ονείρωνκαι είναι κούφιου κεφαλιού τα όνειρα παιδάκια,γεννήματα του τίποτε, ήγουν της φαντασίας·κ’ η φαντασία είναι τι, λεπτόν ’σαν τον αέρα,και άστατον ’σαν την πνοήν τ’ ανέμου, οπού πότε’ς την παγωμένην του Βορηά γλυκαίνεται αγκάλην,και αν θυμώση έξαφνα, φυσά και την αφίνεικαι στρέφεται προς την Νοτιάν την δροσοσκεπασμένην. Ουίλλιαμ Σαίξπηρ, 1597
Two teenagers from feuding houses fall in love, and every promise they make costs them a little more. Read Shakespeare as a poet of speed and rashness.
Read pages from books like this, one at a time
BookFeed is a feed of real passages from real books. It learns what moves you and finds your next book.
Open BookFeedFree, no sign-up.