Pages from Ομήρου Οδύσσεια Τόμος Α that stand on their own, chosen for how they read today. The text is in the public domain.
On a wild beach, a man who has lost everything hides in dead leaves like a fire that won't go out.
Και τούτο συμφερώτερο του εφάνη• προς το δάσοςεκίνησε, και τωύρηκεν εις το νερό πλησίον,’ς ανοικτόν τόπον• έσκυψε κάτω από δυό δενδρούλιαομόρριζα, και το ’να εληά, και τ’ άλλο ήταν αγρίλι•κει μέσα ούτ’ άνεμοι φυσούν με την υγρή πνοή τους,ούτε του ηλιού πότ’ έφθασαν η φωτειναίς ακτίνες,ούτε η βροχή τα έσπασε• τόσο πυκνά πλεγμέναήσαν μαζή• κ’ εσύρθηκε ’ς εκείν’ ο Οδυσσέας,κ’ ευθύς στρώσιν εστοίβασε πλατειά με τα δυο χέρια•ότ’ ήσαν φύλλα περισσά χυμέν’ αυτού, ’π’ αρκούσαννα φυλαχθούν άνθρωποι δυο και τρεις ’ς ώρα χειμώνος,και αν ψύχος έπνεε δριμύ• τα είδε κ’ εχάρη ο θείοςο άνδρας ο πολύπαθος, και του σωρού ’ς την μέσηεπλάγιασε κ’ επάνω του έχυσε φύλλα πλήθος.
— Ομήρου Οδύσσεια Τόμος Α, Όμηρος (-700)
At a dinner where everyone is crying, someone says: not now, and not at the table.
Είπε και εις όλους κίνησε τον πόθο των δακρύων•έκλαιγ’ η Ελέν’ η Άργισσα, του Δία θυγατέρα,έκλαιγεν ο Τηλέμαχος και ο βασιληάς Ατρείδης,ουδ’ είχεν ο Πεισίστρατος αδάκρυτα τα μάτια•ότι και αυτός τον άψεγον Αντίλοχο ενθυμήθη,’που της Ηώς της φωτεινής είχε φονεύσει ο γόνος•τον ενθυμήθη κ’ έλεγε με λόγια πτερωμένα•«Ατρείδη, σε σοφώτερον απ’ όλους τους ανθρώπουςο γέρος είπε Νέστορας, ότ’ ήλθε για σε λόγος’ς το σπίτι, ως ερωτιώμασθε ο ένας με τον άλλον.και τώρ’, αν γίνεται, ’ς εμέ πείθου• γιατί ’ς τον δείπνοδεν αγαπώ τα κλάμματα• αλλά του όρθρου η κόρηΗώ και πάλιν θα φανή• με τούτο εγώ δεν λέγωκείνον, ’που επήρε ο θάνατος και η μοίρα, να μην κλαίουν.
— Ομήρου Οδύσσεια Τόμος Α, Όμηρος (-700)
A goddess offers a man immortality and he looks at her and says he has a wife at home.
«Λαερτιάδη διογενή, πολύβουλε Οδυσσέα,έτσι λοιπόν ’ς το σπίτι σου, ’ς την ποθητή πατρίδα,θέλεις ευθύς τώρα να πας; ας γίνη• χαιρετώ σε.αλλ’ αν ’ς τον νου σου εγνώριζες τα πόσα θα υποφέρηςπάθη, όπως θέλ’ η μοίρα σου, πριν φθάσης ’ς την πατρίδα,’ς το δώμα τούτο ασάλευτα μαζή μου ήθελε μείνης,θα εγένοσουν αθάνατος, μ’ όλον που αναστενάζειςνα ίδης την γυναίκα σου, τον πόθο της ψυχής σου.κ’ εγώ κείνης χειρότερη καυχιούμαι ότι δεν είμαι,’ς το σώμα και ’ς τ’ ανάστημα, και ουδέ ποσώς αρμόζειθνηταίς με αθάναταις ποτέ ’ς τα κάλλη να μετρώνται».
— Ομήρου Οδύσσεια Τόμος Α, Όμηρος (-700)
The goddess who walks through town in disguise, gathering a crew one conversation at a time.
Τότ’ άλλο εφεύρηκ’ η θεά, η γλαυκομμάτ’ Αθήνη•του Τηλεμάχου ωμοιώθηκε κ’ εγύριζε την πόλι,τους άνδρες επλησίαζε, του καθενός ωμίλει,το εσπέρας όλοι ’ς το γοργό καράβι να καταίβουν.κ’ εζήτησε απ’ τον φωτεινόν Νοήμονα Φρονίδηγοργό καράβι• πρόθυμος εκείνος το υποσχέθη.και ο ήλιος ως βασίλευε, κ’ ισκιάζαν όλ’ οι δρόμοι,’ς το πέλαο ρίχνει το γοργόν πλοίον και μέσα βάζειτ’ άρμενα όλα, όσα φορούν κολοστρωμένα πλοία,κ’ εις τον λιμέν’ αράζει το, και γύρω οι λαμπροί νέοισυνάζοντ’ όλοι, κ’ η θεά καθέναν εμψυχόνει.
— Ομήρου Οδύσσεια Τόμος Α, Όμηρος (-700)
The most anxious mother in Greek literature falls asleep by sheer exhaustion.
Και αυτού ’ς τ’ ανώγ’ η φρόνιμη κείτονταν Πηνελόπη,χωρίς φαγί, χωρίς πιοτό, πολύ συλλογισμένη,αν ο υιός της ο καλός τον χάρο θα ξεφύγη,ή θα του πάρουν την ζωήν οι απόκοτοι μνηστήρες.και όσα λεοντάρι μεριμνά, πολλών ’ς την μέση ανθρώπων,φοβούμενο, ’που δολερόν τού ’συραν γύρω κύκλον,τόσα ενώ συλλογίζονταν, γλυκός την πήρεν ύπνος,κ’ έπεσε, αποκοιμήθηκε, κ’ οι αρμοί της ελυθήκαν.
— Ομήρου Οδύσσεια Τόμος Α, Όμηρος (-700)
A boy speaks to his mother as if he were already a man, and he is not entirely wrong.
Και ο συνετός Τηλέμαχος• «Μητέρα, δεν αφίνειςτον ποθητόν μας αοιδόν να τέρπη ως θέλει ο νους του;αίτιοι δεν είν’ οι αοιδοί, μόν’ αίτιος είν’ ο Δίας,οπού εις καθένα των θνητών των σιτοφάγων δίδειόπως εκείνος βούλεται• ποσώς δεν έχει κρίματούτος εάν των Δαναών ψάλλη την μαύρη μοίρα•ότι επαινούν οι άνθρωποι μάλιστα εκείνο τ’ άσμα,’που εις όσους τ’ ακροάζονται νεώτατο αντηχάει.
— Ομήρου Οδύσσεια Τόμος Α, Όμηρος (-700)
The anger of a god who watched his son lose an eye for eating one sheep.
Και ο Δίας της απάντησεν, ο νεφελοσυνάκτης•«Τέκνον, ποιος λόγος σού ’φυγε των οδοντιών το φράγμα!να λησμονήσω εγώ ποτέ τον θείον Οδυσσέα,οπού πρωτεύει των θνητών ’ς τον νου και για τα δώρα,’που των θεών επρόσφερνε των ουρανοκατοίκων;αλλ’ ο γεωφόρος έχει του χολήν ο Ποσειδώναςάσπονδη, ’πώσβησεν αυτός του Κύκλωπα το μάτι,του ισόθεου Πολύφημου, ’που εις όλους μέγας είναιτους Κύκλωπαις, κ’ η Θόωσα τον γέννησεν, η κόρητου Φόρκυνα, της άγριας της θάλασσας κυρίου,αφού ’ς τα σπήλαια πλάγιασε σιμά ’ς τον Ποσειδώνα.ιδού γιατί τον Οδυσσηά ο σείστης Ποσειδώναςδεν θανατόνει, αλλά μακρυά τον σπρώχνει από την γην του.
— Ομήρου Οδύσσεια Τόμος Α, Όμηρος (-700)
A man who has been naked for days asks the young women to step back while he washes the salt off.
Είπε, κ’ εκείναις έμειναν, και αντιπαρακινώνταν,κ’ εκάθισαν τον Οδυσσηά ’ς ανάνεμη γωνία,όπως η κόρη Ναυσικά ταις είχε παραγγείλει.σιμά του έθεσαν αλλαξιά, χιτώνα, επανωφόρι,μέσα εις ολόχρυσο ροΐ του έδωκαν υγρό λάδι,και να λουσθή τον έλεγαν ’ς του ποταμού το ρεύμα.τότ’ είπε εις ταις θεράπαιναις ο θείος Οδυσσέας•«Θεράπαιναις, σταθήτε αυτού μακράν, όπως ατός μουτην άρμην απ’ ταις πλάταις μου ξεπλύνω, και με λάδιχρίσω το σώμα, οπού καιρούς άλειμμα δεν γνωρίζει.και αντίκρυ σας δεν θα λουσθώ, ότι εντροπή μου θα ’ναιεμπρός ’ς τα καλοπλέξουδα να γυμνωθώ κοράσια».
A prince discovers he is not the master of his house, a soldier turns down immortality, and a naked man falls asleep in a pile of leaves on a beach. The Odyssey, translated with a rough, sweet, immediate Greekness by the Ionian poet who gave it its modern Greek voice.
Read pages from books like this, one at a time
BookFeed is a feed of real passages from real books. It learns what moves you and finds your next book.