Οἱ χαλασοχώρηδες
Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, 1892
An election on a small Greek island, told as a farce: candidates, fishermen, garden vegetables and votes bought one meal at a time. Still recognisable politics.
Pages from Οἱ χαλασοχώρηδες that stand on their own, chosen for how they read today. The text is in the public domain.
Campaign strategy, delivered as a night-fishing lesson.
Συγχρόνως ἀνήρχετο κατόπιν των ἡ ἄλλη συνοδία, καὶ ὁ Μανώλης ὁ Πολύχρονος, ἐν τῶ μέσῳ ἱστάμενος, ἔλεγε ταπεινῇ τῇ φωνῇ, μὲ ἀλληγορικάς, ὡς συνήθιζε, φράσεις: «Αὔριο, παιδιά, πέφτει τὸ μεγάλο ψάρι… Νά ᾽χετε τὸ νοῦ σας… Μὴ μᾶς 〈τὸ〉 φάῃ τὸ θεριό (κ᾽ ἐδείκνυεν ἑκατὸν βήματα ἀπωτέρω, διὰ μέσου τοῦ σκότους, περὶ τὴν κινουμένην ἀμυδρὰν λάμψιν τοῦ προπορευομένου φανοῦ, τὸν Λάμπρον τὸν Βατούλαν μὲ τὴν συνοδίαν του). Νὰ πιάσουμε τὰ πόστα… Μὴ μᾶς φάῃ τὸ ψάρι ὁ γαλιός*… Ὣς τὸ μεσημέρι ὁ ροφὸς ἀριβάρει (νὰ πάρουμε, ὡς-τὰ-χωρατά, μιὰ βάρκα, νὰ πεταχτοῦμε ὣς τὰ νησιά, νὰ κάμουμε καρτέρι)… ροφὸς ἑφταοκαδιάρικος, φρέσκος!… Θὰ πέσουν καὶ κάτι συναγριδάκια, δὲ σᾶς λέω… Μὰ βάρδα ἀπ᾽ τὸ σκυλόψαρο (κ᾽ ἐδείκνυε τὸν Λάμπρον τὸν Βατούλαν). Διπλὲς ἀπετουνιές, τριπλᾶ παραγάδια… μὲ χονδροὺς φελλοὺς καὶ μὲ μολυβῆθρες πενηντάρικες… Καὶ τὰ μάτια σας τέσσερα… Three enemies, and the worst one is at his own table.
Ὁ δυστυχὴς Σπληνογιάννης δὲν ἐνθυμεῖτο νὰ εὑρέθῃ ποτὲ εἰς δυσχερεστέραν θέσιν. Εὑρίσκετο ἀντιμέτωπος τριῶν ἐχθρῶν, ὧν φοβερώτερος βεβαίως ἦτο αὐτὴ ἡ σύζυγός του. Μεμονωμένους, καθ᾽ ἕνα ἕκαστον, ἂν τοὺς εἶχε συναντήσει, ἦτο ἱκανός, διὰ τῆς ψευτικῆς, τοῦ μόνου ὅπλου ὅπερ ἀπέμεινεν εἰς τοὺς χωρικοὺς ὅπως ἀνταγωνίζωνται κατὰ τόσων καὶ τόσων πολιτικῶν ἢ κοινωνικῶν καὶ βιοτικῶν πιέσεων καὶ διωγμῶν, (ὅπλον τὸ ὁποῖον ἀκονίζεται δὶς τῆς ἑβδομάδος εἰς τὰ πταισματοδικεῖα καὶ εἰρηνοδικεῖα, ὅπου ὁ χωρικὸς γίνεται σωστὸς βλαχοδικηγόρος) νὰ τὰ βγάλῃ πέρα μαζί των, φενακίζων καὶ τοὺς τρεῖς, κατὰ πρόσωπον, φασκελώνων καὶ τὰ δύο κόμματα ὄπισθεν τῶν νώτων, καὶ ὁρκιζόμενος καθ᾽ ἑαυτὸν νὰ μαυρίσῃ περιφρονητικῶς ὅλας κατὰ σειρὰν τὰς κάλπας τῶν αὐτοκλήτων ἀντιπροσώπων τοῦ ἀτυχοῦς λαοῦ, τοῦ τόσον δεινοπαθοῦντος καὶ τυραννουμένου. Ambition, it turns out, is a disease of the well-fed.
Ὑπόθεσε, φίλε, ὅτι σ᾽ ἐκυρίευσε καὶ σὲ ἔξαφνα ἡ φιλοδοξία τοῦ Γιαννάκου τοῦ Χαρτουλαρίου, ὅτι ἐπεθύμησες νὰ γίνῃς βουλευτής, διὰ νὰ ὑπηρετήσῃς τὸ ἔθνος. Διὰ νὰ ἐπιθυμήσῃς τοῦτο, σημείωσαι, πρέπει νὰ εἶσαι χορτᾶτος. Ἡ φιλοδοξία εἶναι ἡ νόσος τῶν χορτάτων, ἡ λαιμαργία εἶναι τῶν πεινασμένων τὸ νόσημα. Ἐξέρχεσαι εἰς τὴν ἀγοράν, βγάζεις λόγον, καὶ παρακαλεῖς τοὺς προσφιλεῖς συμπολίτας νὰ σὲ τιμήσωσι διὰ τῆς ψήφου των. Ἀλλ᾽ εἶσαι ἆρα εἰς θέσιν νὰ ἠξεύρῃς πόσοι ἐκ τῶν προσφιλῶν συμπολιτῶν σου εἶναι χορτᾶτοι, καὶ πόσοι δὲν εἶναι; Μὴν ἀμφιβάλλῃς ὅτι οἱ πλεῖστοι εἶναι πεινασμένοι, διότι ἂν δὲν ἦσαν, ὅλοι θὰ ἔβγαζαν κάλπας διὰ νὰ γίνουν βουλευταί! Ἀλλὰ μεταξὺ τῶν ἀκροατῶν σου, μεταξὺ τῶν προσφιλῶν σου συμπολιτῶν, δυνατόν, πιθανόν, βέβαιον μάλιστα ὅτι εὑρίσκονταί τινες, εἷς, δύο, τρεῖς, πέντε, δέκα, κατὰ γράμμα πεινασμένοι. Counted by his shadow, the way a shepherd counts sheep.
Οἱ πέντε ἐγκαρδιακοὶ φίλοι, ὁ γερο-Λευθέρης ὁ Κουσερής, ὁ μπαρμπα-Γιώργης ὁ Ἀπίκρατος, ὁ Δημήτρης ὁ Ζάβαλος, ὁ Γιαννιὸς ὁ Κάβουρας καὶ ὁ Κώστας ὁ Ἀγγουροκομμένος, εἶχον ἐκκινήσει, ὡς εἴπομεν, ἐκ τοῦ κήπου, ὅπου εἶχον συμποσιάσει καὶ εὐθυμήσει ἐπὶ πολλὰς ὥρας, καὶ κατήρχοντο ἐν πομπῇ εἰς τὸν τόπον τῆς ἐκλογῆς διὰ νὰ ψηφοφορήσωσιν, ἡγουμένου τοῦ κὺρ Μανουήλου τοῦ Στεριωμένου, ὅστις καίτοι μὴ βλέπων αὐτούς, ὄπισθεν ἀκολουθοῦντας, ἔβλεπεν ὅμως τοὺς ἴσκιους των μηκυνομένους, ὑπὸ τὰς τελευταίας ἀκτῖνας τοῦ δύοντος ἡλίου, πρὸς ἀνατολάς, ὅπου ἐβάδιζον, καὶ τοὺς ἐμέτρει ἐπιμελῶς, καὶ τοὺς εὕρισκε πέντε. Ἐνίοτε, ὅμως, βαίνοντος τοῦ ἑνὸς τῶν ἑταίρων ὄπισθεν τοῦ ἄλλου, οἱ ἴσκιοι των συνεχωνεύοντο εἰς δύο ἢ τρεῖς, καὶ τότε ἀνησύχει κ᾽ ἐστρέφετο ἀποτόμως νὰ ἴδῃ. Ἀλλ᾽ ὁ Μανώλης ὁ Πολύχρονος, τὸν ὁποῖον κανεὶς ἐξ ὅλων δὲν εἶχεν ἰδεῖ κατασκοπεύοντα ὄπισθεν τοῦ φράκτου, εἶχε προπορευθῆ αὐτῶν κατὰ πολύ, καὶ εἶχε φθάσει ἔξωθεν τοῦ δημοτικοῦ σχολείου. A room where the sea has soaked into every object.
Ἐν τῷ μεταξύ, ὁ Λάμπρος μετὰ τῶν δύο συντρόφων του ἀνέβησαν εἰς τοῦ γέροντος πορθμέως μπαρμπα-Διοματάρη, εἰς καλύβην ἀνώγεων μετὰ μικροῦ σοφᾶ*, ὅπου εὗρον τὸν γηραιὸν ναυτικὸν καθήμενον, ἂν καὶ ἦτο θέρος ἤδη, παρὰ τὴν ἑστίαν, καπνίζοντα ἐλεεινὸν καπνὸν μὲ τὴν πίπαν του, καὶ θερμαίνοντα τὰς δύο κνήμας, ὧν ἡ μία εἶχε παγώσει πρὸ ἐτῶν εἰς τὸν Δούναβιν, καὶ ἐρεθιζομένη ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρὸν τὸν καθίστα ἀνίκανον πρὸς ἐργασίαν. Ἡ γραῖα ἐπαιδεύετο νὰ βράσῃ δύο ἢ τρία σκορπιδάκια, τὰ ὁποῖα τῆς εἶχε φέρει ὁ γέρων, ἀργὰ φθάσας τὴν ἑσπέραν ἐκείνην μὲ τὴν μικρὰν βάρκαν του ἐκ τῆς ἡμερησίας ἀνὰ τὸν λιμένα ἐκδρομῆς. Ὁ Λάμπρος ἐκάθισεν ἐπί τινος παλαιοῦ κιβωτίου μὲ γλυφὰς καὶ μὲ καρφία διατεθειμένα πρὸς κόσμον εἰς ρόμβους καὶ εἰς σταυρούς, οἱ δὲ δύο ἀκόλουθοί του ἐκάθισαν ἐπί τινος κουλουριασμένου τριχίνου σχοινίου, χρησίμου εἰς τὴν ἁλιευτικήν. The price of five votes, written out like a shopping list.
Ἰδοὺ ἐν ὀλίγοις περὶ τίνος ἐπρόκειτο. Ἡ πεντακέφαλος εὔθυμος παρέα ἐπείθετο νὰ ψηφοφορήσῃ μονοκούκκι ὑπὲρ τοῦ ἑνὸς κόμματος ἢ ὑπὲρ τοῦ ἄλλου, ἀντὶ προκαταβολῆς 210 δραχμῶν εἰς μετρητά, ἑνὸς γιουβετσίου, δύο γαλονίων οἴνου κ᾽ ἑνὸς παγουρίου ρακῆς, ὡς καὶ ζεύγους τσαρουχίων περιπλέον διὰ τὸν Κώσταν τὸν Ἄγγουρον, ὅστις εἶχε λυώσει πολλὰ ζευγάρια τσαρούχια νὰ τρέχῃ πότε γιὰ τὸν ἕνα, πότε γιὰ τὸν ἄλλον, καθὼς ἐκαυχᾶτο ὁ ἴδιος. The back room of a village pub, where votes are confessed out loud.
Ὁ Μανώλης διέταξε τὸν κάπηλον νὰ τοὺς κεράσῃ, καὶ τότε ἔπιον εἰς ὑγείαν τοῦ κόμματος τὸ ὁποῖον ἐξεπροσώπει ὁ Μανώλης. Μὲ τοιαύτην τακτικὴν ἐκαλοπερνοῦσαν εἰς τὰς ἐκλογὰς οἱ δύο ἀγαπημένοι φίλοι. Εἶχον δὲ πίει τὴν ἡμέραν ἐκείνην ὄχι ὀλίγα εἰς βάρος ἀμφοτέρων τῶν κομμάτων. Ὁ Μανώλης ὁ Πολύχρονος ἐγερθεὶς μετέβη ὄπισθεν τοῦ λογιστηρίου, ὅπως εἶχε κάμει πρὸ μικροῦ ὁ Λάμπρος ὁ Βατούλας, καὶ ἤρχισε νὰ ὁμιλῇ εἰς τὸ οὖς τοῦ καπήλου. Τὸ λογιστήριον ἐκεῖνο, φαίνεται, ὡμοίαζε κάπως μ᾽ ἐξομολογητήριον φραγκοκκλησιᾶς, ὅπου μία μία εἰσερχόμεναι ἐλαφρύνουσι τὴν συνείδησίν των αἱ κομψοπρεπεῖς μετανοοῦσαι. Ἀφοῦ δὲ τοῦ εἶπεν ὅ,τι εἶχε νὰ τοῦ εἴπῃ, ταπεινῇ τῇ φωνῇ, ἐνῷ ὁ Λάμπρος ὁ Βατούλας δὲν ἔπαυσε νὰ τοὺς κοιτάζῃ μὲ τὸν κανθὸν τοῦ ὀφθαλμοῦ, ἐπιστρέψας εἰς τὴν θέσιν του ὁ Μανώλης, ἠθέλησε νὰ κουρδίσῃ ὀλίγον τοὺς δύο φίλους. Two boats, two invitations, and nobody can move.
Σύγκρουσις τότε ἐπῆλθε δικαιωμάτων, ἀπαιτήσεων καὶ πόθων, καὶ σύγχυσις βλεμμάτων, φωνῶν καὶ φρενῶν. Ὁ μὲν κυβερνήτης ἀπὸ τῆς πρῴρας προσεκάλει εἰς τὸ πλοῖον τοὺς ἐκ τῆς μιᾶς λέμβου δύο, ὁ δ᾽ ἐπιβάτης ἀπὸ τῆς πρύμνης, πλοιάρχου ἐξουσίαν ἀντιποιούμενος, προσεκάλει τοὺς ἐκ τῆς ἄλλης λέμβου τρεῖς. Οἱ μὲν δύο, καὶ ἂν ἤθελον, ἐμποδίζοντο νὰ ἔλθωσιν ἐκ τῆς προσκλήσεως τῶν ἄλλων τριῶν, οἱ δὲ τρεῖς ἐκωλύοντο ἐκ τῆς προσκλήσεως τῶν ἄλλων δύο. Καὶ οὗτοι κ᾽ ἐκεῖνοι ἔμενον κοιτάζοντες ἀλλήλους ἀναποφάσιστοι, οἱ δὲ πορθμεῖς τῶν δύο λέμβων ἐφ᾽ ὧν εἶχον πλεύσει, ζηλότυποι καὶ ὀργίλοι, ἤρχισαν φανερὰ νὰ γογγύζωσι. The gardener who leaves every election, then quietly comes back.
Εἰς τὰς παραμονὰς δὲ ἑκάστης ἐκλογῆς, ἐὰν ὁ ἰδιοκτήτης ἠρώτα ἁπλῶς τὸν μπαρμπα-Νικόλαν, ἂν τὴν φορὰν ταύτην θὰ εἶναι μὲ τὸ αὐτὸ κόμμα, ὁ γέρων κηπουρὸς ἐφουρκίζετο τόσον, ὥστε ἄφηνε τὸν κῆπον ἔρημον καὶ ἔφευγεν, ἑωσοῦ μετὰ τὰς ἐκλογὰς ἐπήρχετο ἡ συνδιαλλαγὴ καὶ ἡ ἐπάνοδος εἰς τὸν κῆπον. Δὶς ἢ τρὶς ὁ κὺρ Χαράλαμπος εἶχεν ἀποπειραθῆ ν᾽ ἀντικαταστήσῃ τὸν κηπουρόν, ἀλλὰ μόνον διὰ ν᾽ ἀποδειχθῇ ὅτι οὔτε αὐτὸς καὶ ὁ κῆπός του ἠμποροῦσαν νὰ κάμουν χωρὶς τὸν μπαρμπα-Νικολὸν οὔτε οὗτος χωρὶς τὸν κὺρ Χαράλαμπον καὶ τὸν κῆπόν του. A civic clock that now shows noon at half past one.
Πρὸ τριῶν ἐτῶν τὸ δημοτικὸν συμβούλιον εἶχε φιλοτίμως ψηφίσει, ὁ κ. Νομάρχης εἶχεν εὐαρεστηθῆ νὰ ἐγκρίνῃ καὶ ὁ κ. Δήμαρχος εἶχεν ἐπιμεληθῆ δραστηρίως νὰ κατασκευασθῇ μαρμαρίνη μεριδιάνα* ὑψηλὰ ἐπὶ τοῦ τοίχου τοῦ Ἑλληνικοῦ Σχολείου τοῦ βλέποντος πρὸς μεσημβρίαν ἀκριβῶς. Τῇ βοηθείᾳ τῆς μεριδιάνας ἐκείνης ἐκανόνιζεν ἔκτοτε ὁ ἑλληνοδιδάσκαλος τὸ ὡρολόγιόν του. Ἀλλ᾽ αἱ μάγκαι τοῦ σχολείου, πρὶν ἀρχίσῃ τὸ μάθημα ἢ εὐθὺς ὡς ἤθελον σχολάσει, εἶχον εὕρει τερπνὴν ἐνασχόλησιν τὸ νὰ ρίπτωσι λίθους ἐκεῖ ὑψηλὰ εἰς τὸ λευκὸν καὶ χαρακωμένον μὲ πολλὰς μαύρας γραμμὰς μάρμαρον, καὶ εἶχον καταστήσει σκοπὸν τῶν πετροβολημάτων των τὸ λεπτὸν σιδηροῦν πέταλον, τὸ χρησιμεῦον ὡς δείκτης τῆς μεριδιάνας. Ὅθεν δὲν εἶχον παρέλθει ὀλίγαι ἑβδομάδες καὶ τὸ λεπτὸν σιδηροῦν πέταλον ἐστράβωσεν ἐλεεινά, καὶ ἀντὶ νὰ δεικνύῃ μεσημβρίαν ἐδείκνυε μίαν καὶ ἡμίσειαν ὥραν, κανεὶς δὲ δὲν εἶχε φροντίσει ἐν τῷ μεταξὺ νὰ τὸ διορθώσῃ ἢ τὸ ἀντικαταστήσῃ. Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, 1892
An election on a small Greek island, told as a farce: candidates, fishermen, garden vegetables and votes bought one meal at a time. Still recognisable politics.
Read pages from books like this, one at a time
BookFeed is a feed of real passages from real books. It learns what moves you and finds your next book.
Open BookFeedFree, no sign-up.