Ο Φασουλής φιλόσοφος
Γεώργιος Σουρής, 1888
Athens, 1888: a newspaper poet turns Diogenes, Buddha and his own bad moods into rhyming satire that still lands. Read him for the jokes, stay for the ache underneath.
Pages from Ο Φασουλής φιλόσοφος that stand on their own, chosen for how they read today. The text is in the public domain.
He took his tears to a chemist to find out what they were made of.
Μιὰ μέρα ποὺ δὲν εἴξευρα τί διάβολο νὰ κάνωτὰ δάκρυά μου σὲ βαθὺ ἐστράγγισα ποτῆρικαὶ μιὰ καὶ δυὸ στὸν χημικὸ τὰ πῆγα Χρηστομάνοκαὶ κάνε μου, παρακαλῶ, τοῦ εἶπα, τὸ χατῆρινὰ τἀναλύσῃς καὶ νὰ βρῇς πῶς εἶναι καμωμένα,γιὰ νὰ μὴν κλαίω στὸ ἑξῆς κι’ ἐγὼ εἰς τὰ χαμένα.Κι’ ὁ χημικὸς μ’ ἀπάντησε «αὐτά, ξερὸ κεφάλι,δὲν εἶναι ἄλλο τίποτε παρὰ χλωριούχον κάλι». Prometheus is in chains, and it's the schoolmasters pecking at him.
Ἔκλαψα τὸ μαρτύριον ἐκείνου τοῦ τρελλοῦ,τοῦ Προμηθέως, ποὔφερε στὸν κόσμο τόσαις λύπαις,δάσκαλοι τὸν ἐκύκλωναν παυμένοι πρὸ πολλοῦκι’ ἔτρωγαν τὰ σηκότια του σὰν πεινασμένοι γῦπες.Καὶ τρώγοντάς τα λαίμαργα δὲν ἔπαυαν νὰ λένε:«γιατί νὰ κλέψῃς τοὐρανοῦ τὸ πῦρ, καταραμένε;τί διάβολο σοῦ κάπνισε σοφία νὰ μᾶς δώσῃς;ἂς εἴχαμε νὰ τρώγαμε κι’ ἂς ἔλειπαν ἡ γνώσεις». He had trained himself to be Buddha. Then someone rolled up a sleeve.
Κι’ ἐμπρός μου εἶχαν ἔλθει μιὰ φορὰγυναῖκες πονηραὶ νὰ μὲ τρελλάνουν,ποὺ ἦσαν σὰν τὰ κρύα τὰ νερά,καὶ ἄρχισαν τὰ μάγια νὰ μοῦ κάνουν.Ἐστάθηκαν ὁλόρθαις ἐμπροστά μουκι’ ἐσκόρπιζαν ἀρώματα καὶ μῦρα,κι’ ἐπέμεινα κι’ ἐγὼ μὲ τὰ σωστά μουνὰ δείξω σὰν τὸν Βούδδα χαρακτῆρα.Μὰ μόλις εἶδα κάποιας λίγο πόδικι’ ἡ ἄλλη τὄνα χέρι ξεμανίκωσε,ὁ Βούδδας μοῦ ἐφάνη τότε βῶδικι’ ὁ διάβολος μ’ ἐπῆρε καὶ μ’ ἐσήκωσε. The smallest creature under your foot has a question for you.
Μὲ ὅλην τὴν σοφίαν σου, τὴν τόσον πνευματώδη,δὲν ἠμπορεῖς στὰ σύννεφα καὶ μιὰ φωλῃὰ νὰ κτίσῃς,μηδὲ νὰ βγάλῃς κέρατα σὰν τράγος ἢ σὰν βόδι,καὶ μοναχὰ ὡς σύζυγος μπορεῖ νὰ τἀποκτήσῃς.Ὅ,τι μικρὸν καὶ ἀφανὲς ἡ πτέρνα σου πατεῖγελᾷ μὲ τὰ καμώματα τῆς λογικῆς ἀγέλης,κι’ ἂν πῇς κι’ εἰς ἕνα μύρμηγκα στὸν κόσμο τί ζητεῖ;θὰ σ’ ἀπαντήσῃ αὐθαδῶς «ἀμμὲ καὶ σὺ τί θέλεις;». The heirs are already laughing by the coffin. Then the corpse opens its eyes.
Γέρος ἀπέθανε, μὰ πρὶν ἀκόμηνὰ σαβανώσουν τὸν σκελετό του,γύρω μαζεύτηκαν οἱ κληρονόμοι,ποὖχαν ζωή τους τὸ θάνατό του.Τὴν διαθήκη καθεὶς προσμένεικι’ ἀπὸ τὰ γέλοια ξεκαρδισμένοι,ποὺ λὲς πὼς ἦταν σὲ πανηγύρι,τὸν πῆγαν ἔξω στὸ κοιμητῆρι.Μὰ πρὶν νὰ θάψουνε κι’ αὐτὸ τὸ πτῶμασυνέβη θαῦμα κι’ ἀπὸ τὰ σπάνια,ὁ γέρος ἄνοιξε μάτια καὶ στόμα,ὁ γέρος ἄνοιξε μάτια καὶ στόμακι’ ἔπαθε λένε σὰν νεκροφάνεια. What do flowers dream about, if they dream at all?
Κοιμοῦνται κι’ ὀνειρεύονται καὶ τἄνθη τὰ καϋμένα...τὰ ψάχνω καὶ μοῦ φαίνεται πὼς ἔχουν καὶ καρδιά...κοιμοῦνται κι’ ἀναπαύονται σὰν νἆναι κουρασμένα...μήπως κι’ ἐκεῖνα δὲν μοχθοῦν νὰ χύνουν μυρωδιά;Κοιμοῦνται κι’ ὀνειρεύονται... τί τάχα νὰ κυττοῦν;ὅτι τὰ δρέπουν ἄνθρωποι καὶ τὰ καταπατοῦν;πὼς εἶναι στέφανα νεκρῶν, ἢ καὶ στεφάνια γάμων,ἢ ζηλευτὰ κοσμήματα παρθενικῶν θαλάμων;Κοιμοῦνται κι’ άναπαύονται καὶ κρυφοψιθυρίζουν...μὴ βλέπουν πὼς μαραίνονται;πὼς γέροντες κρονόληροι τοὺς μόσχους των μυρίζουνκι’ αὐτοστιγμεὶ ξεραίνονται; Adam had everything, and what he wanted was the one thing he couldn't have.
Γιατὶ ἀλήθεια πάντα καθένας νὰ γυρεύῃἐκεῖνο ποὺ ὁ νόμος σαφῶς ἀπαγορεύει;Πῶς κι’ ὁ Ἀδὰμ ἀκόμη, ποὺ τόσο ἐτιμᾶτο,ὁποὺ ποτὲ σκοτοῦραις δὲν εἶχε καὶ δουλειαῖς,καὶ μὲς στοῦ Παραδείσου τοὺς κήπους ἐκοιμᾶτομὲ πάνθηρας, μὲ σαύρας καὶ μὲ δεντρογαλιαῖς,τὸν ἀπηγορευμένον ὠρέγετο νὰ φάγῃὡς ποὺ κατεκρημνίσθη μὲ τὸ δεξί του πλάγι;Γιατὶ κι’ ἐγώ, σὰν τύχῃ, ἀνάγκη φυσικὴστὸν δρόμο νὰ μὲ σφίξῃ, πηγαὶνω πρὸς ἐκεῖ,ποὺ πᾶσα μας ἀνάγκη ρητῶς ἀπαγορεύεται;...Θεούλη μου, τὶ κόσμος!... ἂς πάῃ νὰ κουρεύεται. He gave up a throne and the crown became a joke — then the birds moved in.
Ἐγὼ αὐτὸν τὸν Βούδδα τὸν ἐκτιμῶ πολύ...τί ἄνθρωπος τῳόντι καὶ ποία κεφαλή!Ἂν κι’ ἦτο Βασιλέως κραταιοτάτου θρέμμα,ἐμούτζωσε τὸν θρόνον, ἐμούντζωσε τὸ στέμμα,καὶ τὰ βουνὰ ἐπῆρε μὲ ἱερὰν μανίανκι’ ἐδίδασκε τὸν κόσμον ἀγάπην αἰωνίαν.Κι’ ἐμόναζε ρεμβάζων αὐτὸς ὁ Ἡγεμὼνπότε παρὰ τὸν Γάγγην ἢ ἄλλον ποταμόν,καὶ πότε εἰς χειμάρρους κι’ ὑπὸ σκιὰν συκῆς,ἀκούων ἁρμονίας ἀγνώστου μουσικῆς,κι’ ἐφούντωναν ὡς δάσος τὰ μαῦρα του μαλλιὰκι’ ἐφώλιαζαν ἀπάνω λογῆς λογῆς πουλιά. How do you remember your first friends? The poet remembers that he has lost them.
Πῶς τὰ θυμοῦμαι τὰ παλῃά, τὰ χρόνια ποὺ περάσανε,τοὺς φίλους μου τοὺς παιδικούς, ποὺ τώρα θὰ γεράσανε.Πῶς ἤθελα νὰ σᾶς ἰδῶ,πρῶτοι μου φίλοι παιδικοί...ἄλλοι σκορπίστηκαν ἐδῶκι’ ἄλλοι σκορπίστηκαν ἐκεῖ.Ποιὸς πίστευε πὼς ὁ καιρὸς γιὰ πάντα θὰ μᾶς χώριζεκι’ ἕνας τὸν ´αλλο σύντροφο μιὰ μέρα δὲν θὰ γνώριζε;Ἄλλοι πατρίδα νοσταλγοῦν σὲ μαύρη ξενητιὰκι’ ἄλλοι κοιμοῦνται ξένοιαστοι στοῦ τάφου τὴν ίτιά. Stop halfway toward the truth, the poem says — it's safer there.
Βρὲ Φασουλῆ, καϋμένε, ὡς ἐδῶ πέρα μεῖνε,πολλὴ φιλοσοφία καὶ σκέψις ἄς σοῦ λείπει…δι’ ὅ,τι πρᾶγμα χαίρεις αὐτὸ χαρὰ δὲν εἶναι,δι’ ὅ,τι πρᾶγμα πάσχεις αὐτὸ δὲν εἶναι λύπη.Δὲν εἶσαι οὔτ’ εὐδαίμων ἀλλ’ οὔτε δυστυχής,εὐκόλως μὴν πιστεύῃς στὸν ἕνα καὶ στὸν ἄλλον,οὐδ’ εἰς ἀθανασίαν, οὐδ’ εἰς θνητὸν ψυχῆς,και δι’ αὐτὸ κι’ ἐκεῖνο νὰ στέκῃς ἀμφιβάλλων. Γεώργιος Σουρής, 1888
Athens, 1888: a newspaper poet turns Diogenes, Buddha and his own bad moods into rhyming satire that still lands. Read him for the jokes, stay for the ache underneath.
Read pages from books like this, one at a time
BookFeed is a feed of real passages from real books. It learns what moves you and finds your next book.
Open BookFeedFree, no sign-up.