BookFeed Ελληνικά

Passages from Μνημόσυνα (1857) και έτερα ποιήματα

Pages from Μνημόσυνα (1857) και έτερα ποιήματα that stand on their own, chosen for how they read today. The text is in the public domain.

A dog spends the night trying to reach his master's severed head.

Ὁ σκύλος μόνος ἔμεινε. Ξαπλώνεται στὸ χῶμακαὶ βόγγει, βόγγει ὁ δύστυχος ἀπ’ τὴν πολλὴ τὴν πίκρα.Σὰν ἦλθαν τὰ μεσάνυχτα μὲ μιᾶς ὀρθὸς πετιέταικαὶ μὲ τὸ στόμα μάχεται νὰ φθάσῃ τὸ κεφάλι.Κ’ αἱμάτωνε καὶ πλήγιαζε τὰ ἔρμα του τὰ νύχια,ποὺ ξεκολλοῦν καὶ πέφτουνε σγαρλίζοντας τὴν πέτρα.Εἶναι ψηλά, δὲν ἔφθανε. Τεντώνεται, κρεμιέται,γλυστρᾷ καὶ πέφτει, σκώνεται, ὁρμᾷ, πηδάει ἀκόμαἀνδρειωμένο πήδημα κι’ ἀνέλπιστ’ ἀνεβαίνει.Ἀρπάζει μὲς στὰ δόντια του τὸ φοβερὸ κεφάλικι’ ἀντάμα φεύγουνε τὰ δυό, παίρνουν βουνὰ καὶ λόγγους.Κ’ ἐκεῖθε ποὺ διαβαίνουνε, ξαφνίζονται τὰ δέντρακαὶ τὄνα τ’ ἄλλο ρώταγε, ὁ πεῦκος τὰ πλατάνια,τὸ κυπαρίσσι τὴν ἐτιὰ καὶ ἡ φτελιὰ τὴ δάφνη:
— Μνημόσυνα (1857) και έτερα ποιήματα, Αριστοτέλης Βαλαωρίτης (1857)

What tree grows from a brave man's grave, and who rests under it.

Ποιὸς ξέρει ἀπ᾿ τὸ μνῆμα μου τί δέντρο θὰ φυτρώσει!Κι ἂν ξεφυτρώσει πλάτανος, στὸν ἴσκιό του ἀπὸ κάτωθά ῾ρχονται τὰ κλεφτόπουλα τ᾿ ἅρματα νὰ κρεμᾶνε.Νὰ τραγωδοῦν τὰ νιάτα μου καὶ τὴν παλληκαριά μου.Κι ἂν κυπαρίσσι ὄμορφο καὶ μαυροφορεμένο,θἄρχονται τὰ κλεφτόπουλα τὰ μῆλα μου νὰ παίρνουν,νὰ πλένουν τὶς λαβωματιές, τὸ Δῆμο νὰ σχωρᾶνε.Ἔφαγ᾿ ἡ φλόγα τ᾿ ἅρματα, οἱ χρόνοι τὴν ἀνδρειά μου.Ἦρθε κι ἐμένα ἡ ὥρα μου. Παιδιά μου μὴ μὲ κλάψτε.Τ᾿ ἀνδρειωμένου ὁ θάνατος δίνει ζωὴ στὴ νιότη.Σταθεῖτ᾿ ἐδῶ τριγύρω μου, σταθεῖτε ἐδῶ σιμά μου,τὰ μάτια νὰ μοῦ κλείσετε, νὰ πάρτε τὴν εὐχή μου.
— Μνημόσυνα (1857) και έτερα ποιήματα, Αριστοτέλης Βαλαωρίτης (1857)

A priest sings the liturgy while the enemy breaks down the door.

Κι ἐκεῖ ποὺ ἔψαλλ᾿ ὁ παπὰς μὲ τὴ γλυκειὰ φωνή τουτοῦ δείπνου σου τοῦ μυστικοῦ: «σήμερον Υἱὲ Θεοῦ...»φωνὲς ἀκούονται, χτυπιές, ἀλαλαγμός, ἀντάρα.Πλακώσανε οἱ ἄπιστοι: «καλόγερε, τί κάνεις;»Ἐσήκωσε τὰ μάτια τοῦ ὁ Σαμουὴλ στὸν κρότο,καὶ στάζ᾿ ἀπ᾿ τὴ λαβίδα του ἐπάνω στὸ βαρέλιμία φλογερὴ σταλαματιὰ ἀπ᾿ τοῦ Θεοῦ τὸ αἷμα...Ἀστροπελέκια ἐπέσανε, βροντάει ὁ κόσμος ὅλος,λάμπει στὰ γνέφ᾿ ἡ ἐκκλησιά, λάμπει τὸ μαῦρο Κούγκι!Τί φοβερὴ κεροδοσὰ πὄλαβε στὴ θανή τουτὸ Σούλι τὸ κακότυχο καὶ τί καπνὸ λιβάνι!
— Μνημόσυνα (1857) και έτερα ποιήματα, Αριστοτέλης Βαλαωρίτης (1857)

A dead man is told to sleep in the mountain until it gives birth to him again.

Μὲς στὴν κοιλιὰ τῆς μάννας σου, Βλαχάβα μου, κοιμήσου.Θὰ νἄλθ’ ἡ ὥρα κ’ ἡ στιγμὴ τὴ μήτρα της ν’ ἀνοίξῃἡ Ὄσσα ἡ περήφανη νὰ σὲ γεννήσῃ πάλαι·καὶ θἄβγῃς ὁλοζώντανος καὶ θὰ νὰ ξεφυτρώσῃςσὰ σπόρος ποὺ δὲ σέπεται θαμμένος μὲς στὸ χιόνικι’ ὁπ’ ὅσο στέκεται στὴ γῆ τόσο βαθειὰ ριζώνει.
— Μνημόσυνα (1857) και έτερα ποιήματα, Αριστοτέλης Βαλαωρίτης (1857)

What the dead look like to the person who once loved them.

Φεῦγα, σπλαγχνίσου με. Θὰ κοιμηθῶ.Ἄσε μὲ ἥσυχη ν᾿ ἀναπαυθῶ.Τὸ κρῖμα πού ῾καμες μὲ συνεπῆρε.Βλέπεις πῶς ἔγινα; Θανάση σῦρε.Ὅλοι μὲ φεύγουνε, κανεὶς δὲ δίνει,στὴν ἔρμη χήρα σου, ἐλεημοσύνη.Στάσου μακρύτερα... Γιατί μὲ σκιάζεις;Θανάση τί ἔκαμα καὶ μὲ τρομάζεις;Πῶς εἶσαι πράσινος; Μυρίζεις χῶμα...Πές μου... δὲν ἔλυωσες, Θανάση, ἀκόμα;
— Μνημόσυνα (1857) και έτερα ποιήματα, Αριστοτέλης Βαλαωρίτης (1857)

A man who has run out of blood asks for a bed of green branches.

Ἐγέρασα, μωρὲς παιδιά. Πενήντα χρόνους κλέφτηςτὸν ὕπνο δὲν ἐχόρτασα, καὶ τώρ᾿ ἀποσταμένοςθέλω νὰ πάω νὰ κοιμηθῶ. Ἐστέρεψ᾿ ἡ καρδιά μου.Βρύση τὸ αἷμα τὄχυσα σταλαματιὰ δὲ μένει.Θέλω νὰ πάω νὰ κοιμηθῶ. Κόψτε κλαρὶ ἀπ᾿ τὸ λόγγονά ῾ναι χλωρὸ καὶ δροσερό, νἆναι ἀνθοὺς γεμάτο,καὶ στρῶστε τὸ κρεβάτι μου καὶ βάλτε με νὰ πέσω.
— Μνημόσυνα (1857) και έτερα ποιήματα, Αριστοτέλης Βαλαωρίτης (1857)

Five men take communion knowing it will be their last.

Σταλαματιὰ-σταλαματιὰ τὰ δάκρυά τους πέφτουνκι ἡ πλάκα ποὺ τὰ δέχεται ραγίζεται καὶ τρίζει.Παράπονο τοὺς ἔπιασεν, ὄχι θανάτου φόβος,καὶ κλαίοντας ὁ Σαμουήλ, εἰς τό ῾να του τὸ χέριτὸ ἱερὸ ποτήρι του καὶ στ᾿ ἄλλο τὴ λαβίδα,ἀρχίνησε τὴν κοινωνιὰ τοῦ Πλάστη νὰ μεράζη...Ὁ πρῶτος ἐμετάλαβε - μεταλαβαίνει κι ἄλλος,τὴν ἔδωσε στὸν τρίτονε - κι ὁ τέταρτος τὴν παίρνει,καὶ φθάνει ὡς τὸν ὕστερο καὶ τοῦ τηνε προσφέρει.
— Μνημόσυνα (1857) και έτερα ποιήματα, Αριστοτέλης Βαλαωρίτης (1857)

The wave finally wins, and the sea closes over the rock without a sound.

Ὁ βράχος ἐβουβάθηκε. Τὸ κῦμα στὴν ὁρμή τουἐκαταπόντησε μεμιᾶς τὸ κούφιο τὸ κορμί του.Χάνεται μὲς τὴν ἄβυσσο, τρίβεται, σβήεται, λιώνεισὰ νἆταν ἀπὸ χιόνι.Ἐπάνωθέ του ἐβόγγιζε γιὰ λίγο ἀγριεμένηἡ θάλασσα κι ἐκλείστηκε. Τώρα δὲν ἀπομένειστὸν τόπο ποὖταν τὸ στοιχειό, κανεὶς παρὰ τὸ κῦμα,ποὺ παίζει γαλανόλευκο ἐπάνω ἀπὸ τὸ μνῆμα.
— Μνημόσυνα (1857) και έτερα ποιήματα, Αριστοτέλης Βαλαωρίτης (1857)

Read pages from books like this, one at a time

BookFeed is a feed of real passages from real books. It learns what moves you and finds your next book.

Open BookFeed

Free, no sign-up.