Μικρά έργα
Διονύσιος Σολωμός, 1859
Songs, fragments and unfinished poems in which private grief, natural beauty and the struggle for freedom meet in startling images.
Pages from Μικρά έργα that stand on their own, chosen for how they read today. The text is in the public domain.
A butterfly’s shadow is enough to disturb a perfect stillness.
Έστησ’ ο Έρωτας χορό με τον ξανθόν Απρίλη,Κι’ η φύσις ηύρε την καλή και τη γλυκιά της ώρα,Και μες στη σκιά που φούντωσε και κλει δροσιές και μόσχουςΑνάκουστος κιλαϊδισμός και λιποθυμισμένος.Νερά καθάρια και γλυκά, νερά χαριτωμένα,Χύνονται μες στην άβυσσο τη μοσχοβολισμένη,Και παίρνουνε το μόσχο της, κι’ αφήνουν τη δροσιά τους,Κι’ ούλα στον ήλιο δείχνοντας τα πλούτια της πηγής τους,Τρέχουν εδώ, τρέχουν εκεί, και κάνουν σαν αηδόνια.Έξ’ αναβρύζει κι’ η ζωή, σ’ γη, σ’ ουρανό, σε κύμα.Αλλά στης λίμνης το νερό, π’ ακίνητό ’ναι κι άσπρο,Ακίνητ’ όπου κι’ αν ιδής, και κάτασπρ’ ώς τον πάτο,Με μικρόν ίσκιον άγνωρον έπαιξ’ η πεταλούδα,Που ’χ’ ευωδίσει τς ύπνους της μέσα στον άγριο κρίνο. For a moment, even nature seems to hold its breath.
Ἡσύχασε καὶ ἔγινε ὅλο ἡσυχία καὶ πάστρα,Σὰν περιβόλι εὐώδησε κ’ ἐδέχτηκε ὅλα τ’ ἄστραΚἄτι κρυφὸ μυστήριο ἐστένεψε τὴ φύσηΚάθε ὀμορφιά νὰ στολιστῇ καὶ τὸ θυμὸ ν’ ἀφήση.Δὲν εἶν’ πνοὴ ’ς τὸν οὐρανό, ’ς τὴ θάλασσα, φυσῶνταςΟὔτε ὅσο κάνει ’ς τὸν ἀνθὸ ἡ μέλισσα περνῶνταςὍμως κοντὰ ’ς τὴν κορασιά, ποῦ μ’ ἔσφιξε κ’ ἐχάρη,Ἐσειότουν τ’ ὁλοστρόγγυλο καὶ λαγαρὸ φεγγάριΚαὶ ξετυλίζει ὀγλήγορα κάτι ποῦ ἐκεῖθε βγαίνει,Κι’ ὀμπρός μου ἰδοὺ ποῦ βρέθηκε μία φεγγαροντυμένη.Ἔτρεμε τὸ δροσᾶτο φῶς ’ς τὴ θεϊκιὰ θωριά της,’Σ τὰ μάτια της τὰ ὁλόμαυρα καὶ ’ς τὰ χρυσᾶ μαλλιά της. When every path seems to lead either to kin or to death.
Έργα και λόγια, στοχασμοί ― στέκομαι και κοιτάζω ―Λούλουδα μύρια, πούλουδα, που κρύβουν το χορτάρι,Κι’ άσπρα, γαλάζια, κόκκινα καλούν χρυσό μελίσσι.Εκείθε με τους αδελφούς, εδώθε με το χάρο.―Μες στα χαράματα συχνά, και μες στα μεσημέρια,Και σα θολώσουν τα νερά, και τ’ άστρα σα πληθύνουν,Ξάφνου σκιρτούν οι ακρογιαλιές, τα πέλαγα κι’ οι βράχοι.«Αραπιάς άτι, Γάλλου νους, βόλι Τουρκιάς, τόπ’ Άγγλου!Πέλαγο μέγα πολεμά, βαρεί το καλυβάκι·Κι’ αλιά! σε λίγο ξέσκεπα τα λίγα στήθια μένουν·Αθάνατή ’σαι, που ποτέ, βροντή, δεν ησυχάζεις;».Στην πλώρη, που σκιρτά, γυρτός, τούτα ’π’ ο ξένος ναύτης. A hope for freedom rises from a landscape of stone and song.
Κι’ ἀκούει κι’ αὐτὴ καὶ πέφτουν της τὰ ῥόδα ἀπὸ τὰ χέριαΔὲν εἶν’ φιαμπόλι τὸ γλυκό, ὁποῦ τ᾿ ἀγροίκαα μόνος’Σ τὸν Ψηλορίτη, ὅπου συχνὰ μ’ ἐτράβουνεν ὁ πόνος,Κ’ ἔβλεπα τ’ ἄστρο τ’ οὐρανοῦ μεσουρανὶς νὰ λάμπῃ,Καὶ τοῦ γελοῦσαν τὰ βουνά, τὰ πέλαγα κ’ οἱ κάμποιΚ’ ἐτάραζε τὰ σπλάχνα μου ἐλευθεριᾶς ἐλπίδα,Κ’ ἐφώναζα ὦ θεϊκιά, κι’ ὅλη αἵματα Πατρίδα!Κι’ άπλωνα, κλαίοντας, κατ’ αὐτὴ τὰ χέρια μὲ καμάρι·Καλή ν’ ἡ μαύρη πέτρα της καὶ τὸ ξερὸ χορτάρι.Λαλούμενο, πουλί, φωνή, δὲν εἶναι νὰ ταιριάζῃ,Ἴσως δὲ σώζεται ’ς τὴ γῆ ἦχος, ποῦ νὰ τοῦ μοιάζῃ· At what distance does a farewell become part of the sea?
Καὶ τὸ χαιρετισμό τηςἘστάθηκα νὰ ἰδῶ,Ὡς ποῦ ἡ πολλὴ μακρότηςΜοῦ τὸ κρυψε καὶ αὐτό.’Σ ὀλίγο, ’ς ὀλιγάκιΔὲν ἤξερα νὰ πῶ,Ἄν ἔβλεπα πανάκι,Ἤ τοῦ πελάγου ἀφρό.Καὶ ἀφοῦ πανί, μαντῆλι,Ἐχάθη ’ς τὸ νερό,Ἐδάκρυσαν οἱ φίλοι,Ἑδάκρυσα κ’ ἐγώ. Love and death can each pull the self out of its own body.
Μόλις εἶν ἔτσι δυνατὸς ὁ Ἔρωτας καὶ ὁ Χάρος.Μ’ ἄδραχνεν ὅλη τὴν ψυχή, καὶ νά μπῃ δὲν ἠμπόρειὉ οὐρανός, κ’ ἡ θάλασσα, κ’ ἡ ἀκρογιαλιά, κ’ ἡ κόρηΜὲ ἄδραχνε, καὶ μ’ ἔκανε συχνὰ ν’ ἀναζητήσωΤὴ σάρκα μου νὰ χωρισθῶ γιὰ νὰ τὸν ἀκλουθήσω.Ἔπαψε τέλος, κι ἄδειασεν ἡ φύσις κ’ ἡ ψυχή μου,Ποῦ ἐστέναξε, κ’ ἐγιόμισεν εὐθὺς ὀχ τὴν καλή μου·Καὶ τέλος φθάνω ’ς τὸ γιαλὸ τὴν ἀρραβωνιασμένη,Τὴν ἀπιθώνω μὲ χαρά, κ’ ἤτανε πεθαμένη. A song gives the night’s silence a pulse.
Γλυκύτατη φωνὴ βγάν’ ἡ κιθάρα,Καὶ σὲ τούτη τὴν ἄφραστη ἁρμονίαΤῆς καρδιᾶς μου ἀποκρίνεται ἡ λαχτάρα·Γλυκὲ φίλε, εἶσαι σύ, ποὺ μὲ τὴ θείαἜκσταση τοῦ Ὀσσιάνου, εἰς τ’ ἀκρογιάλι,Τῆς νυχτὸς ἐμψυχοῖς τὴν ἡσυχία.Κάθισε γιὰ νὰ ποῦμε ὕμνον ’ς τὰ κάλληΤῆς Σελήνης· αὐτὴν ἐσυνηθοῦσεὉ τυφλὸς ποιητὴς συχνὰ νὰ ψάλλῃ.Μοῦ φαίνεται τὸν βλέπω, ποὺ ἀκουμβοῦσεΣὲ μίαν ἐτιά, καὶ τὸ φεγγάρι ὡστόσο’Σ τὰ γένια τὰ ἱερὰ λαμποκοποῦσε. Youth leaves behind a memory that offers no comfort.
Τώρα ἄς παύσῃ τῆς κιθάραςἩ γλυκόφωνη χορδή·’Σ τὴν καρδιά μου τὴ θλιμένηΤὴ νεότητα ἐνθυμεῖ.Τὴ νεότητα ποῦ ἀπέρασεἜτσι ὀγλήγορα ἀπό μᾶςΧωρίς κἄν νὰ μᾶς ἀφήσῃΣτοχασμό παρηγοριᾶς.Μόνο μ’ ἄφησε ἡ προδότραἜναν ἄθλιο στοχασμόΠοῦ σφιχτὰ μοῦ ζωγραφίζειΤοῦ θανάτου τὸν καιρό. Διονύσιος Σολωμός, 1859
Songs, fragments and unfinished poems in which private grief, natural beauty and the struggle for freedom meet in startling images.
Read pages from books like this, one at a time
BookFeed is a feed of real passages from real books. It learns what moves you and finds your next book.
Open BookFeedFree, no sign-up.