Some people laugh with their whole soul. The rest of us make a sound.
Ὁ γέλως τῆς Μάσιγγας ἐξ αὐτῆς τῆς πρώτης στιγμῆς ἐπροξένησεν εἰς τὴν ἀκοήν μου παραδόξως ἡδεῖαν ἐντύπωσιν. Ποτὲ δὲν ἤκουσα νεάνιδα γελῶσαν τόσον εὐήχως, τόσον ἁρμονικῶς. Ποτὲ δὲν ἐγνώρισα γέλωτα περιέχοντα τόσην ἔκφρασιν, τόσην ρητορικὴν ἀκρίβειαν καὶ ποικιλίαν. Ἡμεῖς οἱ ἄλλοι γελῶμεν, ὡς κράζουσιν αἱ χῆνες, ἀμεταβλήτως σχεδὸν ἐν πάσῃ περιπτώσει. Ἐν τῷ γέλωτι τῆς κόρης ἐκείνης ἠδύνασο νὰ διακρίνῃς ὄχι μόνον τὴν ἑκάστοτε αἰτίαν αὐτοῦ, ἀλλὰ καὶ ὅλας τὰς φάσεις τῆς θυμικῆς αὐτῆς καταστάσεως, ἐξ ἧς προήρχετο, ὑφ’ ὧν συνωδεύετο. Θὰ ἔλεγες ὅτι ἐν αὐτῇ τὸ ἔργον τοῦ γελᾷν δὲν ἦτο ἀνατεθειμένον εἰς τὰ σαρκικὰ νεῦρα καὶ τὰς φυσιογνωμικὰς τοῦ σώματος κινήσεις, ἀλλ’ ἐξετελεῖτο ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τέλους παρ’ αὐτῆς τῆς ψυχῆς ἐπὶ τῶν χορδῶν μυστηριώδους ἁρμονικοῦ τινος ὀργάνου, τοῦθ’ ὅπερ ἔκαμνε τὸν γέλωτα τῆς παρθένου νὰ εἶναι ἐκφραστικώτερος, μουσικώτερος, ἀυλώτερος πάσης ἐνάρθρου φωνῆς καὶ λογικῆς γλώσσης. — Μεταξύ Πειραιώς και Νεαπόλεως , Γεώργιος Βιζυηνός (1883) Why music, and not words, lands when everyone is still seasick.
Μετὰ τὴν ἀνιαρὰν τοῦ διάπλου κόπωσιν, τοὺς ἐκ τῆς τρικυμίας φόβους καὶ τὰς στρεβλώσεις τῆς ναυτιάσεως, ἡ ὡραία καὶ κατανυκτικὴ ἐκείνη μουσική, ἀόρατος ἐπὶ τοῦ μελανοῦ κατόπτρου τῆς θαλάσσης, ἐν μέσῃ νυκτὶ ἀντηχοῦσα, ἐξήσκει ἀναμφιβόλως ἐπὶ τῆς ψυχῆς τῶν ἀκροωμένων θαυμασίως εὐνοϊκὴν πραϋντικὴν ἐπίδρασιν. Θὰ ἔλεγέ τις, ὅτι τ’ ἀγαθὰ τοῦ ὑγροῦ στοιχείου διαμόνια, αἱ ὀπαδοὶ τῆς Γλαυκοθέας Νύμφαι ἐν εὐρύθμῳ χορῷ διαθλῶσαι τὰ σιγαλέα κύματα διὰ τῶν ἁβρῶν αὑτῶν σωμάτων ἦλθον νὰ παρηγορήσουν τοὺς κακοπαθήσαντας, νὰ ἐνθαρρύνουν τοὺς μικροψύχους καὶ νὰ προπέμψουν τοὺς ἀποβιβαζομένους μὲ τὴν εὐχὴν εὐδιωτέρας ἐπαναβλέψεως. Ἡ προθυμία μεθ’ ἧς τὰ κερμάτια πανταχόθεν ἐρρίπτοντο εἰς τὸ ἀνεστραμμένον ἀλεξίβροχον ἐμαρτύρει πασιδήλως, ὅτι τοιαύτη τις ἦτον ἡ ἐντύπωσις τῶν συνεπιβατῶν μου. — Μεταξύ Πειραιώς και Νεαπόλεως , Γεώργιος Βιζυηνός (1883) Some people we never see again, and they stay perfect precisely because of it.
Θὰ εἶχον παρέλθει τουλάχιστον ἑπτὰ ἔτη ἀφότου τὴν συνήντησα ἐκεῖ μικρόν, ἐρασμιώτατον καὶ φιλοπαῖγμον κοράσιον. Αἱ μεταξὺ βιωτικαὶ φροντίδες καὶ μελέται δὲν εἶχον ἐπισκοτίσει ἐν τῇ μνήμῃ μου τὴν εἰκόνα της, ὅσον θὰ ἐνόμιζέ τις ἴσως. Τὸ βραχὺ χρονικὸν διάστημα, καθ’ ὃ συνέπιπτεν ἡ γνωριμία μας, ἦτο καὶ θὰ εἶναι πιθανῶς ἡ μόνη εὐτυχὴς ἐποχὴ τῆς ζωῆς μου. Ὅτε μετὰ ταῦτα, μακρὰν τοῦ ἀνεφέλου οὐρανοῦ μας ἐξωρισμένος, ἐν ἐρημίᾳ φίλων καὶ γνωστῶν, φυλακωμένος ὄπισθεν τῶν παγοσκεπῶν παραθύρων τῆς ἀξένου Γερμανίας, ἀνεκάλουν εἰς τὴν μνήμην μου τὰς εἰδυλλιακὰς ἐκείνας σκηνὰς τῆς παρὰ τὸν Βόσπορον εὐδαιμονίας, δὲν ἠδυνάμην νὰ χάσω ἐξ αὐτῶν τὸ ὡραιότερόν των κόσμημα, τὴν πλήρη ζωῆς, ἀφελείας καὶ χάριτος μορφὴν τῆς μικρᾶς μου φίλης. — Μεταξύ Πειραιώς και Νεαπόλεως , Γεώργιος Βιζυηνός (1883) An enormous family's whole life, boxed up and stencilled with the same letters.
Αἱ φορτωτικαὶ τοῦ πλοίου μηχαναὶ εἶχον παύσει τὸν θόρυβόν των πᾶσαι, ἐκτὸς μιᾶς, ἥτις ἐξηκολούθει ἀναβιβάζουσα κιβώτια ἐπὶ κιβωτίων, διαφόρου μὲν σχήματος καὶ μεγέθους, ἀλλὰ πάντα σεσημασμένα τοῖς αὐτοῖς ἀρκτικοῖς γράμμασι, πάντα ἐπιμελῶς κεκλεισμένα ἐντὸς ἀδιαβρόχων περικαλυμμάτων τοῦ αὐτοῦ χρώματος. Ἐφαίνετο, ὅτι Ἀθηναῖός τις Ἰακὼβ μετὰ τῶν υἱῶν καὶ θυγατέρων, τῶν νυμφῶν καὶ τῶν γαμβρῶν, τῶν ἐγγόνων καὶ τῶν δισεγγόνων του, ἀπήρχετο εἰς ὑπερπόντιον παντοτεινὴν μετοικεσίαν. Καλότυχοι ὅσοι ἐπρόφθασαν νὰ καταλάβουν κλίνας! εἶπον κατ’ ἐμαυτόν, καὶ ᾐσθάνθην τὴν περιέργειαν νὰ μάθω τίς ἡ πολυμελὴς οἰκογένεια, ἥτις ἔπρεπε νὰ συνίσταται τοὐλάχιστον ἐκ τριάκοντα ἡλικιωμένων προσώπων, ἐὰν ὑποθέσωμεν, ὅτι εἰς ἕκαστον αὐτῶν ἀνελόγει ἓν κιβώτιον. Ἐν τούτοις τοιαύτη τις συμπαγὴς συνοδία δὲν ἐφαίνετο ἐπὶ τοῦ καταστρώματος. — Μεταξύ Πειραιώς και Νεαπόλεως , Γεώργιος Βιζυηνός (1883) Read pages from books like this, one at a time
BookFeed is a feed of real passages from real books. It learns what moves you and finds your next book.
Open BookFeed Free, no sign-up.