BookFeed Ελληνικά

Passages from Μάγκας

Pages from Μάγκας that stand on their own, chosen for how they read today. The text is in the public domain.

What a dog can know about a man's sadness that no one else notices.

Πολλές φορές, καθισμένος σε καμιάν αναποδογυρισμένη γλάστρα, με χάιδευε σιωπηλά, και αργά - αργά τραβούσε τ’ αυτιά μου, κοιτάζοντας μπροστά του χωρίς να μοιάζει να βλέπει, τα μάτια φορτωμένα λύπη και σκέψη. Οι άλλοι απορούσαν. Εγώ ποτέ. Ήξερα πως έχει μια βαθιά λύπη. Την ένιωθα και την αγαπούσα χωρίς να τη γνωρίζω. Και, μαζεμένος στα πόδια του, τον άφηνα να με χαϊδεύει. Και η ώρα περνούσε.
— Μάγκας, Πηνελόπη Δέλτα (1936)

A dog pities the human child bent over a page instead of a garden.

Τι πράμα πάλι αυτό, τα παιδιά όλα της οικουμένης να περνούν, λέει, τις ομορφότερες ώρες της μέρας σκυμμένα στο τραπέζι, σπρώχνοντας πάνω σε χαρτί ένα ξυλαράκι με σιδερένια μύτη που το λένε πένα και τρίζει, ή διαβάζοντας κάτι μουντζουρωμένα χαρτιά που τα λένε βιβλία! Και την ώρα που φεγγοβολά ο ήλιος, και τα τριαντάφυλλα και οι κρίνοι, τα γιασεμιά και τα ζιμπούλια σε μεθούν με τη μυρωδιά τους, την ώρα που στη λάβρα του μεσημεριού χώνεσαι στη στέρνα ή ξαπλώνεσαι στη σκιά κανενός μεγάλου δέντρου όπου περνά τ’ αεράκι, τα παιδιά «μελετούν», τα μάτια καρφωμένα στα μαύρα σημαδάκια του βιβλίου, τα δάχτυλα χωμένα μες στ’ αυτιά τους, μην τύχει και ακούσουν το περιγέλιο των σπουργιτιών ή το γάβγισμα κανενός Μάγκα που τα καλεί να παραβγούν στους πήδους και στις κουτρουβάλες! Κακόμοιρα των ανθρώπων παιδιά!
— Μάγκας, Πηνελόπη Δέλτα (1936)

The first time a rule you trusted stops making sense.

Με αγωνία είχα παρακολουθήσει όλη αυτή τη συζήτηση. Η Άννα έλεγε εκείνα ακριβώς που θα έλεγα εγώ, αν ήξερα να μιλήσω. Και σε όλα αντέλεγε η Γιαγιά. Μα το χειρότερο, τα λόγια της Γιαγιάς μου φαίνουνταν λογικά, γιατί κι εγώ αν είχα βρει ένα κόκαλο, και δεν ήταν μπροστά ο κυρ-Θανάσης θα το είχα φάγει. Και όμως μέσα μου κάτι μου φώναζε αδιάκοπα: «Πρέπει, πρέπει, πρέπει να σκοτώνεις γάτες, όλες τις γάτες, χωρίς συζήτηση και λύπη». Μ’ αν αυτές δεν είναι κακές; Αν φυσικό τους είναι να τρων τα ψάρια του Θανάση, όπως εγώ τα κόκαλα, πώς λοιπόν είναι σωστό να τις σκοτώνω εγώ; Έπεσα σε βαθιές αντιλογίες, όπου μπερδεύτηκα.
— Μάγκας, Πηνελόπη Δέλτα (1936)

How soldiers dress for their own deaths, as if for a wedding.

Σαν τους αρχαίους Σπαρτιάτες, που, πριν βγουν στη μάχη, καλλωπίζουνταν για να κατέβουν καλοντυμένοι και καθαροί στον Άδη, αν τους έπαιρνε ο Χάρος, έτσι και οι 600 Σουλιώτες στολίστηκαν για το θάνατο. Γδύθηκαν, πλύθηκαν στην πηγή, φόρεσαν ό,τι πολυτιμότερο είχαν, έλουσαν και χτένισαν τα μακριά μαλλιά τους, που οι Σουλιώτες τ’ άφηναν να πέφτουν ως τους ώμους χωρίς να τα κόβουν, και αρματωμένοι, έτοιμοι πια για το θάνατο, στάθηκαν όλοι στη σειρά. Τότε σίμωσε ο παπάς με το σταυρό, τους ξεμολόγησε, τους έδωσε την ευχή του, τους μετάλαβε. Και όλοι, μαζί και ο Μάρκος Μπότσαρης, έδωσαν τον όρκο της αδελφοποιήσεως. Έλεγε ο καθένας: «Η ζωή μου ζωή σου, και η ψυχή μου ψυχή σου», δηλαδή έδιναν όρκο να πεθάνουν ο ένας για τον άλλο, ως τον τελευταίο, αλλά να μη φύγει κανένας.
— Μάγκας, Πηνελόπη Δέλτα (1936)

The purest joy, and how quickly it turns to being alone.

Βρεθήκαμε σε χωματόλοφους, στην ερημιά, στ’ ανοιχτά, με την απέραντη θάλασσα που γυάλιζε πέρα, και τον ουρανό από πάνω μας με τα χίλια - μύρια άστρα του. Τι χαρά! Μου ήλθε να χορέψω, να ξεφωνίσω, να κυλιστώ στην άμμο. Και άρχισα να τρέχω εμπρός, πίσω, πέρα, δώθε, τίναζα τα πόδια μου σε τρελό πηλαλητό. Ποτέ μου δε χάρηκα τέτοιο τρέξιμο! Έξαφνα αντιλήφθηκα πως ήμουν μόνος.
— Μάγκας, Πηνελόπη Δέλτα (1936)

How a city looks to a dog who has never seen a tree.

Ο λιμένας λέγουνταν Σούδα, και ο τόπος εκείνος Κρήτη. Ήταν η ιδιαίτερη πατρίδα του αφέντη μου. Είναι, λέει, νησί, δηλαδή ένα μεγάλο κομμάτι γης, τριγυρισμένο από νερό. Επειδή όμως δεν έκανα το γύρο δε σας το βεβαιώνω. Μ’ αρέσει να λέγω μόνον ό,τι είδα ο ίδιος. Φύγαμε προτού χαράξει, και την αυριανή, πάλι τα χαράματα, είδαμε μια ξερή λουρίδα κίτρινη, όπου μεγάλες πέτρες ήταν ριχμένες μαζωχτές. Όσο πλησιάζαμε, ξεχώριζα πως η λουρίδα ήταν γη, και οι πέτρες ήταν σπίτια και ανεμόμυλοι. Ύστερα είδα κατάρτια και πλοία πολλά, ύστερα μαύρα βουνά από κάρβουνα, άσπρα βουνά από σακιά, κίτρινα βουνά από ξύλα, όλα στοιβαγμένα στην προκυμαία. Ύστερα ξεχώρισα ανθρώπους που πηγαινοέρχουνταν. Μα κανένα δέντρο δεν είδα. Αυτή ήταν η Αλεξάνδρεια. Είχαμε φθάσει.
— Μάγκας, Πηνελόπη Δέλτα (1936)

A dog's ledger of everything he has never stolen.

Όρτσωσα τ’ αυτιά μου πειραγμένος. Τι ήταν αυτά που έλεγε ο αφέντης; Πάντα, ωστόσο, αυτή η ίδια αδικία απέναντι των ζώων! Τάχα εμείς δεν έχομε ηθική; Μήπως εγώ έφαγα ποτέ κρυφά τις πάστες που έμειναν στο τραπέζι του τσαγιού; Μήπως δεν τα φύλαγα, να μην τ’ αγγίξει κανένας; Μήπως δεν ξέρομε μεις τι μας ανήκει και τι δεν πρέπει ν’ αγγίξομε; Μήπως άγγιξα εγώ ποτέ ψάρι στην κουζίνα; Θαμπά και ανακατωμένα μου ήλθε η ενθύμηση του ψαριού του Αράπη με το ζεμπίλι, και της πίτας. Επίσης και της απορίας του Αφράτου, που τώρα κοίταζε και άκουε, ανοιγοσφαλώντας, συλλογισμένος τα μάτια του. Και κάποια ανησυχία ξύπνησε μέσα μου. Μα κάτι αποκρίθηκε ο Περικλής σε μια παρατήρηση του Χρήστου, κι άφησα αξεδιάλεχτες τις αμφιβολίες μου για ν’ ακούσω.
— Μάγκας, Πηνελόπη Δέλτα (1936)

The street dog who ran errands with a coin in his mouth.

Και σαν του την έδιναν, την έπαιρνε στο στόμα, την πήγαινε σ’ έναν ορισμένο φούρναρη, την έβαζε στο πεζούλι της αποθήκης του, και ο φούρναρης του έδινε ένα κουλούρι. Τότρωγε ο σκύλος, και πήγαινε σ’ άλλον να ζητήσει δεκάρα. Δεν πήγαινε όμως ποτέ δυο φορές στον ίδιο, την ίδια μέρα. Το νοστιμεύθηκε ο Παππούς μου και του έδωσε μια δεκάρα. Έφυγε ο σκύλος και δε γύρισε πια. Την άλλη μέρα καθόμασταν στο καφενείο ο Παππούς μου κι εγώ, και πάλι ήλθε ο σκύλος, και πάλι του έδωσε μια μπακίρα. Σε λίγο ξανάρχεται ο σκύλος και του βάζει τη μπακίρα στο γόνατο. Ζήτησε ο Παππούς μου να του την ξαναδώσει, μ’ αυτός δεν την έπαιρνε, παρά κάθησε μπροστά του και τον κοίταζε. Τότε παρατήρησε ο Παππούς την μπακίρα, και είδε πως κατά λάθος του είχε δώσει πεντάρα αντί δεκάρα.
— Μάγκας, Πηνελόπη Δέλτα (1936)

Read pages from books like this, one at a time

BookFeed is a feed of real passages from real books. It learns what moves you and finds your next book.

Open BookFeed

Free, no sign-up.