Λαμπριάτικος Ψάλτης
Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, 1912
A priest waits for a helper on Easter night in a crumbling chapel above the sea, while a stranded elder takes the wrong path in the moonlight.
Pages from Λαμπριάτικος Ψάλτης that stand on their own, chosen for how they read today. The text is in the public domain.
That the sea should be visible from the schoolhouse is a grievance no one can fix.
Ἰδοὺ λοιπὸν ποῖον τὸ αἴτιον τῆς δυσφορίας των - καὶ πόσον ἀφελῶς τὸ ὁμολογοῦσι... τὸ ἐξωτερικεύουσι. Νὰ φιλοξενηθεῖς ἠγεμονικῶς εἰς τὰ μέγαρα μεγάλου ἄρχοντος, καὶ νὰ μὴ προπίεις εἰς τιμὴν τοῦ οἰκοδεσπότου! Νὰ ἀπολαύσεις (ξενίας δεσποτικῆς καὶ ἀθανάτου τραπέζης) καὶ νὰ μὴν ἀποδώσεις εὐχαριστίαν εἰς τὸν ἑστιάτορα! Ἀλλ᾿ εἰς τὰ διηγημάτια, ὅσα ἐδημοσίευσα κατὰ καιροὺς ὁ ὑποφαινόμενος τὰ Χριστούγεννα ἢ τὸ Πάσχα, ἐνεπνεύσθην, ἀληθῶς, ἀπὸ τὰς ἀναμνήσεις μου καὶ τὰ αἰσθήματά μου, τὰ ὁποῖα θέλγουσι καὶ συγκινοῦσι, ἐμὲ αὐτόν, ἴσως καὶ ὀλίγους ἐκλεκτοὺς φιλαναγνώστας. Ὅτι δὲ τοιοῦτοι ὑπάρχουσιν, ἀποδεικνύεται ἐκ τούτου, ὅτι δυὸ τῶν ἐφημερίδων, αἱ κορυφαῖοι της πρωτευούσης, ὡς καὶ τὸ μονάκριβον περιοδικόν, δεξιοῦνται τὰ ἑορτάσιμα διηγημάτια τῶν ἡμερῶν τούτων. Ἔπειτα οὐδαμοῦ σχεδὸν θὰ εὕρητε, ὅτι ἐπεζήτησα βεβιασμένην θέσιν ἢ πλοκήν, ὅπως γαλβανίσω τὴν περιέργειαν τοῦ ἀναγνώστου. An old priest explains why he won't let a memorial service be a small thing.
«Γιατί ὁ σκοπὸς δὲν ἦτον νὰ δειχθῇ ἡ παντοδυναμία τοῦ θεοῦ, ὁποῦ εἶναι ἀποδεδειγμένη δι᾿ ἀπείρων θαυμάτων», ἀπήντησεν ὁ ἱερεύς, «ἀλλὰ νὰ φανερωθῇ μόνον ἡ δύναμις τῶν μνημοσύνων καὶ τῶν διὰ τοὺς νεκροὺς προσφορῶν, καὶ ὅτι τίποτε, τὸ ὁποῖον θυσιάζει ὁ ἄνθρωπος, τίποτε, τὸ ὁποῖον προσφέρει εἰς τὸν Θεόν, εἰς τοὺς πτωχούς, καμμία καλὴ πράξις, καμμία ἀρετή, καμμία ὑπομονή, κανὲν μαρτύριον, κανὲν δάκρυ, τίποτε δὲν χάνεται. Ὅλα σπείρονται εἰς γῆν ἀγαθήν, ὡς ὁ κόκκος τοῦ σίτου, εἶπεν ὁ Κύριος, ὅπου ἂν πέσῃ εἰς τὴν γῆν καὶ ἀποθάνῃ - καὶ τοιαῦτα εἶναι τὰ κόλλυβα, τοιοῦτοι καὶ οἱ νεκροὶ - πολὺν καρπὸν φέρει. Οἱ σπείροντες ἐν δάκρυσι, ἐν ἀγαλλιάσει θεριοῦσιν. The theft that the law calls a museum, and a priest calls a sacrilege.
Καὶ ὁ ἠγαπημένος μαθητὴς ἦτο ἀκόμη ἐκεῖ, καὶ συνέχαιρεν ἐπὶ τῇ Ἀναστάσει, ἂν καὶ πτυχή τις μερίμνης συνέστελλε τὸ ὑψηλὸν μέτωπόν του, προβλέποντος, ὅτι θρασὺς ἱερόσυλος ἔμελλε μετ᾿ οὐ πολὺ νὰ τὸν ἁρπάσῃ ἐκ τῆς κόγχης του διὰ νὰ τὸν μεταφέρῃ εἰς Ἀθήνας καὶ τὸν καθιδρύσῃ ὄχι εἰς ναὸν καὶ ὁλοκαύτωμα καὶ θυσιαστήριον, ὄχι εἰς τόπον τοῦ καρπῶσαι, ἀλλ᾿ εἰς Μουσεῖον, Ὕψιστε Θεέ! εἰς Μουσεῖον, ὡς νὰ εἶχε παύσῃ ν᾿ ἀσκεῖται εἰς τὸν τόπον τοῦτον ἡ χριστιανικὴ λατρεία, καὶ τὰ σκεύη αὐτῆς ν᾿ ἀνῆκον εἰς θαμμένον παρελθόν, καὶ νὰ ἦσαν ἀντικείμενον περιέργειας!... Ἴλεως γενοῦ αὐτοῖς, Κύριε! A pine that once sheltered travellers, cut down by an official nobody remembers.
Τὸν τριῶν ὡρῶν δρόμον ἀπὸ τὴν πολίχνην εἰς τὸ ἐξωκκλήσιον εἶχε διανύσει τὸ πρωί, ἀπολείτουργα, ὁ παπα-Διανέλλος, ἀκολουθούμενος ἀπὸ τὰς δυὸ νεωτέρας θυγατέρας του, κορασίδας δέκα καὶ δώδεκα ἐτῶν, καὶ ἀπὸ ὁμάδα ἑπτὰ ἢ ὀκτὼ γυναικῶν φιλεόρτων, προπορευόμενου τοῦ ὄνου του, φορτωμένου τὸ δισάκιον μὲ τὰ ἱερά του παπᾶ. Ὁ ἥλιος ἦτον ὡς δυὸ καλαμιὲς ὑψηλά, ὅταν ἐξῆλθον εἰς τοῦ Γιατροῦ τ᾿ ἀμπέλι· εἶτα ἔφθαναν εἰς τὰ Βουρλίδια, εἶτα ἀνῆλθον ἀσθμαίνοντες εἰς τοῦ Ματαρώνα τὸν Πεῦκον, ὅστις ἵστατο τότε ἀκόμη ἐκεῖ καὶ εὐηργέτει τοὺς ὁδοιπόρους μὲ τὴν παρήγορον σκιὰν τοῦ εἰς τὴν κορυφὴν τοῦ ὑψώματος, πρὶν ἀσυνείδητος βάρβαρος, μὲ τὴν ἀνοχὴν ἢ τὴν ἐνοχὴν ἐκείνων, τοὺς ὁποίους ὁ πλέον ἄτυχος τῶν λαῶν τοῦ κόσμου ἐκ περιτροπῆς ἐκλέγει ἄρχοντας καὶ προστάτας του, ρίψῃ ἀσπλάχνως κάτω περικαλλὲς δένδρον καὶ ἀπογυμνώσῃ τὸ τοπίον τοῦ μοναδικοῦ στολισμοῦ του. What the dead eat, according to an old woman who has buried four children.
«Ἔχει δίκιο τὸ κορίτσι. Ὁ παπά-Θεόφιλος, ὁ μακαρίτης, ἡγούμενος τῆς Μεγαλόχαρης τῆς Εὐαγγελίστριας, τὸ ἴδιο μᾶς ἔλεγε γιὰ ἕναν, ποὺ τὸν εἶχε πλακώσει ὁ μάγγανος, ποὺ τὸν εἶχαν ὅλοι γιὰ πεθαμένον, ποὺ ἡ γυναίκα του τοῦ ἔκαμε τὰ τριήμερα καὶ τὰ νιάμερα, καὶ ἄγγελος Κυρίου ἔπαιρνε τὸ πιάτο μὲ τὰ κόλλυβα, καθὼς ἦταν σταυρωμένο μὲ τὶς σταφίδες καὶ μὲ τὰ ρόιδα, καὶ τὸ πήγαινε εἰς τὸν πλακωμένον κι ἔτρωγε, δὲν ξέρω πόσες μέρες, κι ἀνάσαινε ἀπὸ μία τρύπα τῆς γῆς, θαρρῶ, ὥσπου ὁ ἄνθρωπος δὲν ἀπέθανε, κι ἐσήκωσε τὸ μάγγανο, καὶ τὸν ξελευθέρωσε· δὲν εἶναι ἀλήθεια αὐτά, παπά;» What a man sees on a mountain path when he is alone and the moon has not risen.
Ὁ μπάρμπα-Κωνσταντὸς ἠκολούθησε κατ᾿ ἀρχὰς ἐπὶ πολὺ τὸν κύριον δρόμον, ὅστις ἦτο μοναδικὸς καὶ εὐδιάκριτος ὑπὸ τὸ φῶς τῆς σελήνης, μόνην συντροφιὰν ἔχων τοὺς θάμνους, ὅσοι ἵσταντο δεξιὰ καὶ ἀριστερά, διαχαράσσοντες τὴν ὁδόν, τὰ δένδρα, τὰ ὁποία ἐλάμβανον φανταστικὰ σχήματα ἢ ἐσχημάτιζαν σκιᾶς, ἐν μέσῳ τῶν ὁποίων τὸ ὄμμα ἔβλεπε πολλάκις φάσματα καὶ ἀκίνητους ἀνθρώπους, τοὺς βράχους, οἵτινες, καθόσον ἐπλησίαζε πρὸς τὴν βόρειον ἀκτήν, ἐπληθύνοντο κι ἐξετόπιζον τὰ δένδρα, τὸ δειλὸ κελάδημα ὀλίγων πτηνῶν, κρυμμένων εἰς τὰς λόχμας, τὸν κρότον τῆς αὔρας, σειούσης τοὺς κλῶνας καὶ τὰς κορυφὰς τῶν δένδρων, καὶ τὸν μυστηριώδη θροῦν τῆς φυλλάδος, τὸν παραγόμενον ὑπὸ ἀγνώστων νυκτερινῶν πλασματίων, ὑπὸ μικρῶν κατωτέρων πνοῶν, κρυπτουσῶν τὴν ὕπαρξιν τῶν ἐν μέσῳ τοῦ σκότους καὶ τῆς μοναξιᾶς. A critic who despises the poor priest's candlelit chapel, and an author who won't have it.
Ποίαν ποίησιν ἔχει τὸ νὰ γράψῃς, ὅτι ὁ Χριστὸς «δέχεται τὴν λατρείαν τοῦ πτωχοῦ λαοῦ»; Καὶ ὅτι ὁ πτωχὸς ἱερεὺς «προσέφερε τῷ Θεῷ θυσίαν αἰνέσεως;» Καὶ νὰ περιγράφεις τὸ ἐσωτερικὸν τοῦ ναΐσκου, μὲ τὰς νυσταλέας κανδήλας καὶ τὰς ἀμαυρὰς μορφᾶς τῶν ἁγίων ὁλόγυρα! Δὲν τὰ ἐννοοῦμεν ἡμεῖς αὐτά. Ἡμεῖς θέλομεν διήγημα, τὸ ὁποῖον νὰ εἶναι ὅλο ποίησις, ὄχι πεζὴ πραγματικότης. Σὺ δὲ πῶς τολμᾶς νὰ γράφεις, ὁμιλῶν περὶ Ἰουλιανοῦ τοῦ Παραβάτου, καρφωμένου εἰς τὸν τοῖχον ἀπὸ τὴν λόγχην τοῦ ἁγίου Μερκουρίου, τοιαύτην βλάσφημον φράσιν: «Πελιδνὸς ὁ παράφρων τύραννος...». Ὅταν συγγραφεὺς ἄλλος, καὶ ἄλλης περιωπῆς, δημοσιεύσας πρὸ ἐτῶν ἰστορικοφανταστικὸν δράμα, προέτασσε «χυδαῖα» ἀληθῶς προλεγόμενα, δι᾿ ὧν ὕβριζε βαναύσως τὴν θρησκείαν τῶν πατέρων τοῦ - τότε οὐδεὶς λόγος ἦτο ὅπως σκανδαλισθῇ τις, διότι τὸ πρᾶγμα ἦτο τῆς μόδας. Ἀλλὰ σὺ νὰ τολμᾶς νὰ ἐκφράζεσαι μὲ τοιαύτην ἀσεβῆ γλώσσαν περὶ τοῦ Ἰουλιανοῦ ἐκείνου - τοῦ Παραβάτου ἢ Ἀποστάτου καλουμένου - ἡ θρασύτης ὑπερβαίνει πᾶν ὅριον. Ten minutes after the sun is gone, the mountain is still wearing its crown.
Ταχέως ἔκλινεν ἡ ἡμέρα καὶ ὁ ἥλιος ἔδυσεν εἰς μίαν ράχιν τοῦ Πηλίου, ἀντικρύ, ἀφοῦ ἐπὶ πέντε λεπτὰ τῆς ὥρας εἶχε μείνει στεφανωμένος μὲ κυάνεια καὶ περιπόρφυρα χρυσαυγῆ νέφη, ἀντιλαμβάνων ὁ ἴδιος ὅσην ἀπέδιδε δόξαν καὶ λάμψιν, καὶ ἐπὶ δέκα λεπτὰ ἀκόμη, ἀφοῦ ἐβασίλευσεν, αἱ ἀκτίνες τῆς στέψεώς του ἔμειναν χρυσοφαεῖς, πορφυρίζουσαι, κυανίζουσαι, βάπτουσαι τὸ βουνὸν μὲ ἰδεῶδες χρῶμα. A village child is christened with an ancient name the grammarians never agreed on.
Πρὸ δώδεκα καὶ πλέον ἐτῶν, ὁ πάπα-Διανέλλος ἔσχε φίλον τινὰ ἑλληνοδιδάσκαλον, χρηστὸν ἄνδρα, ἀλλ᾿ ὅστις εἶχεν ἀδυναμίαν εἰς τὰ ἑλληνικὰ ὀνόματα. Εἶχε γίνει σύντεκνος τοῦ ἱερέως, καὶ βαπτίσας τὰς δυὸ τελευταίας κόρας του εἶχε δώσει αὐταῖς ἀρχαιοπρεπῆ ὀνόματα, τὰ ὁποία, ὅμως, ἐπειδὴ εὑρέθησαν ἐπὶ οὐδετέρου ἐδάφους, ἐξουδετερώθησαν, ὡς εἰκός, καὶ αὐτά. Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, 1912
A priest waits for a helper on Easter night in a crumbling chapel above the sea, while a stranded elder takes the wrong path in the moonlight.
Read pages from books like this, one at a time
BookFeed is a feed of real passages from real books. It learns what moves you and finds your next book.
Open BookFeedFree, no sign-up.