Η ζωή και ο θάνατος του Καραβέλα
Κωνσταντίνος Θεοτόκης, 1922
The last night of a Corfiot peasant's wife, told with a tobacco pouch and a dying lamp: a strange, tender book about wanting to live.
Pages from Η ζωή και ο θάνατος του Καραβέλα that stand on their own, chosen for how they read today. The text is in the public domain.
The lamp is dying too, and he keeps deciding to save it and keeps not doing it.
Κ’ ἡ κόκκινη φλόγα τοῦ λυχναριοῦ ἀνεβοκατέβαινε κ’ ἐκάπνιζε, κ’ ἔρριχνε τὸ τσιμπλιασμένο φυτίλι κάθε τόσο μικρὲς σπιθοῦλες καὶ κάθε τόσο ἐχαμήλωνε τὸ φῶς. Μία χοντρὴ καύτρα, σὰν ἀναμμένο κόκκινο κάρβουνο, εἶχε σταθεῖ πάνω στὸ φυτίλι, κ’ ἔκανε λιγώτερο λαμπρὴ τῆς φλόγας τὴ λάμψη. Καὶ κάθε φορὰ ποῦ τὸ φως ἐψήλαινε, κατέβαινε ἔπειτα περισσότερο, σὰ νἄθελε μονομιὰς νὰ σβήσει, κι’ ἀνέβαινε πάλι σὰ νὰ μὴν ἤθελε οὔτε κεῖνο νὰ πεθάνει. Κι’ ὁ Θωμᾶς, ποῦ ἐκάπνιζε πάντα τὸ τσιγάρο του, ὅλο ἀποφάσιζε νὰ σηκωθεῖ νὰ ξεφυτιλήσει τὸ λυχνάρι καὶ νὰ τοῦ δώσει λίγο λάδι, κι’ ὅλο ἀνάβαλλε τὴ στιγμή, κρίνοντας πῶς τὸ φῶς του ἠμποροῦσε ἀκόμα νὰ βαστάξει λίγη ὥρα, καὶ σὰ νὰ ἐφοβότουν μήπως μ’ αὐτὸ τὸ λάδι ἐμάκραινε καὶ τὴ ζωὴ τῆς ἑτοιμοθάνατης· καὶ τὰ μάτια του ὥς τόσο ἦταν βαρειὰ ἀπὸ τὸν ὕπνο, κ’ ἐκλειοῦσαν γλυκὰ ἀνάμεσα σὲ μία τραβηξιὰ καὶ σὲ μίαν ἄλλη. He covers her face, then remembers the keys on her belt.
Κ’ ἔπειτα τῆς ἐσκέπασε τὸ πρόσωπο μὲ τὴ δίπλα τοῦ λεροῦ σεντονιοῦ, κ’ ἐβάδισε πρὸς τὴν πόρτα. Ὅταν ἄξαφνα ἐσυλλογίστηκε πῶς ἡ ἀδερφή του μὲ τὴ σαβανώτρα θ’ ἄνοιγαν τὴν κασέλα, γιατὶ ἔπρεπε νὰ ντύσουν τὸ λείψανο, καὶ θὰ μποροῦσαν αὐτὲς νὰ κλέψουν ὅ,τι ἤθελαν ἀπὸ τὰ προικιά της. Κ’ ἔτσι ξανᾶρθε πάλι στὸ κρεββάτι ἔβαλε τὰ χέρια του κάτου ἀπὸ τὰ σκεπάσματα, ἐπῆρε ἀπὸ τὴ ζώνη τῆς πεθαμένης τὰ κλειδιά, ἐπῆγε κι’ ἄνοιξε ὁ ἴδιος τὴν κασέλα, ἐδιάλεξε ἀνάμεσα στὰ στιβασμένα φορέματα τ’ ἀσπρόρουχα ποῦ ἔπρεπε νὰ τῆς φορέσουν, ξανακλείδωσε τέλος, ἔβαλε τὰ κλειδιὰ στὴν τσέπη του, ἐκοίταξε παντοῦ μὴν ἦταν τίποτα παραιτημένο, ἐφύλαξε στοῦ τραπεζιοῦ τὸ συρτάρι τὸ ξύλινο κουτάλι καὶ δύο χοντρὰ πιάτα, ἔβαλε στὸ ράφι τὸ γυάλινο ποτήρι, ἔχυσε ἀπὸ τὸ παράθυρο τὸ τελευταῖο γιατρικό, ξανάβαλε τὸ φλασκὶ στὸ ράφι, κ’ ἐβγῆκε γιὰ νὰ ταγίσει τὸ ζῶ του. Two people listening so hard to a breath that the whole village wakes up around them.
Κι’ ἀκολούησε πάλι νεκρικὴ σιωπή. Ἐπρόσεχαν κ’ οἱ δύο πῶς ἔπαιρνε ἄταχτα τὴν πνοή της, κάθε μορφασμὸ πὤκαναν τὰ φρυμένα χείλη της, κάθε κίνημα τοῦ λαρυγγιοῦ της, κάθε μικρὸ ἀνοιγόκλεισμα τοῦ ματιοῦ της, προσμένοντας κ’ οἱ δύο τὸ γλήγορο τέλος της. Καὶ γιὰ μία στιγμὴ ἡ σιγαλιὰ τῆς νύχτας ἐζωντάνεψε. Σὲ κάποια γειτονιὰ τοῦ χωριοῦ ἕνας πετεινὸς ἐλάλησε, μία, δύο, τρεῖς φορές, κ’ ἐσώπασε. Καὶ τοῦ ἀποκρίθηκαν σὲ μία στιγμὴ ἀπὸ διάφορα μέρη δύο, ἔπειτα τρεῖς, ἔπειτα κι’ ἄλλοι πολλοὶ πετεινοί, καὶ τὸ λάλημα ὅλο ἐσίμωνε ἀπὸ γειτονιὰ σὲ γειτονιά, σ’ ὅλο τὸ χωριό, καὶ τώρα ἀκούστηκαν ξάστερα καὶ βροντερὰ τὰ λαλήματα τοῦ πετεινοῦ τῆς γειτονιᾶς τους, καὶ πλιὸ ξάστερα ἀκόμα ἐβγῆκαν μέσα ἀπὸ τὸ στάβλο τοῦ Ἀργύρη δυνατὰ καὶ χαρμόσυνα. Κ’ ἔπειτα τῆς γειτονιᾶς τὰ ὀρνίθια ἐσίγασαν, κι’ ἀκούστηκαν πάλι τὰ μακρινώτερα λαλήματα, ὥς ποῦ σὲ λίγο πάλι ἡ σιγαλιὰ ἁπλώθηκε κ’ ἐβασίλεψε. How a man spends the night his wife is dying: rolling a cigarette, very carefully.
Ἐκοίταξε ὁλόγυρά του. Ἡ ἄρρωστη ἀνάπνεε ἀκόμη ξαπλωμένη στὸ κρεββάτι. Ἡ ἀδερφή του εἶχε ξανακαθίσει σιμὰ στὴ γωνιά, κ’ ἔπαιρνε πάλι κάποιον ὕπνο. Αὐτὸς ἔβγαλε ἀπὸ τὸ ζωνάρι του μερικὰ φύλλα καπνοῦ τυλιγμένα κ’ ἕνα μικρὸ μαχαῖρι, ἐκάθησε στοῦ στρίποδου τὴν ἄκρη, ποῦ ἔξεχε ἀπὸ τὸ κρεββάτι, ἔσπρωξε μὲ τὸ κορμί του τὸ στρῶμα τόσο ποῦ ἐφάνηκε μιὰ σανίδα, ἐπλάκωσε μὲ τὰ τρία δάχτυλα τοῦ ζερβιοῦ χεριοῦ του τὸν καπνό, καὶ μὲ τὸ δεξί του χέρι ἐβάλθηκε νὰ τὸν κόφτει ψιλὰ ψιλά, στὸ κόκκινο φῶς τοῦ λυχναριοῦ. Κι’ ὅταν ἐτέλειωσε, τὸν ἔμασε μ’ ἐπιμέλεια σὲ μία του φοῦχτα καὶ τὸν ἔβαλε στὴ μεγάλη τσέπη τῆς γιακέτας του. Ἔπειτα ἔβγαλε ἀπὸ τὴν ἴδιαν τσέπη ἕνα κομμάτι σιγαρόχαρτο, καὶ μὲ τὰ τρίμματα, ποὖχαν ἀπομείνει ἀπάνου στὸ σανίδι, ἔφτιασε ἕνα χοντρὸ καμπούρικο σιγάρο, ποῦ τὄβαλε στὸ στόμα κ’ ἐσηκώθηκε καὶ τἄναψε στὴ φλόγα τοῦ λυχναριοῦ. A dying woman calls a horse that has been dead for twenty years.
Κι’ ὥς τόσο ἡ ἑτοιμοθάνατη ἔλεγε τώρα πάλι λόγια δικά της. Ἐμιλοῦσε μὲ τὸν πατέρα της, μὲ τὴ μάννα της, μὲ τὰ πεθαμένα της τἀδέρφια. Ἔλεγε πῶς ἦταν ἀκόμη παιδάκι, ἔκραζε τἄλογό τους, ποῦ εἶχε ψοφήσει εἴκοσι χρόνους πίσω, καὶ κάθε τόσο ἐβογγοῦσε καὶ κάθε τόσο ἔκλαιγε. Κι’ αὐτὸς τὴν ἄκουε ἀδιάφορος. The village wakes, the sun comes up, and a widower imagines meeting his wife as a stranger.
Ὄξω τώρα ὅλη ἡ Ἀνατολὴ εἶχε ἀσπρίσει. Χιλιάδες τὰ πουλιὰ ἐκελαδοῦσαν ἀπάνου σ’ ὅλα τὰ κλαριά. Τὸ χωριὸ εἶχε ξυπνήσει. Παράθυρα καὶ πόρτες ἀνοίγονταν κάθε στιγμή. Ἀκουόνταν φωνὲς ἀνθρώπων, γυναικῶνε ποῦ ἔκραζαν τὰ ὀρνίθια τους νὰ τὰ ταγίσουν, ποῦ ἐμαύλιζαν τ’ ἀρνιά τους, ποῦ ἐμάλωναν τὰ παιδιά τους· ἀντρῶνε ποῦ ἐκεντοῦσαν στὸ δρόμο τἄλογα, ποῦ ἐγελοῦσαν στοῦ χωριοῦ τὰ μαγαζιά· παιδιῶνε ποῦ ἔκλαιγαν. Ἤτανε τέλος πάντων μέρα. Καὶ ὁ ἥλιος σὲ λίγο θἄβγαινε. Κι’ ὁ Καραβέλας δὲν ἐφοβότουν τώρα πλιὰ μὴν τὸν ζύγωνε πισώπλατα τὸ φάντασμα τῆς γυναικός του, μὰ, χωρὶς νὰ τὸ θέλει, ἐσυλλογιζότουν ἀκόμα τὴν περασμένη ζωή τους, μία ὁλάκαιρη ζωή!… He avoids looking at his dead wife until a donkey's empty stomach makes him turn around.
Ἄξαφνα ὁ γάϊδαρός τους ἐγγάριξε στὸν κῆπο. «Τὸ δύστυχο τὸ ζῶ» εἶπε μὲ τὸ νοῦ του, «ἄ δὲν τοῦ ρίξω λίγο χόρτο, θὰ μείνει δεμένο νηστικὸ ὅλη μέρα!» Κ’ ἐλησμόνησε τότες κάθε ἄλλη του σκέψη κ’ ἐγύρισε ἄξαφνα γιὰ νὰ βγεῖ ἀπὸ τὴν πόρτα· καὶ τότες πρωτόπεσαν ἀθέλητα τὰ μάτια του ἀπάνου στὸ λείψανο. Ἤτανε ἄσκημο, ὅσο τὸ φανταζότουν, κι’ ἀσκημότερο ἀκόμη. Ἡ γριά του εἶχε ξεψυχήσει μ’ ἀναγυρμένο τὸ κεφάλι, στραμμένη πρὸς τὸν τοῖχο· καὶ τὸ στόμα της εἶχε ζαβώσει, εἶχε ἀνοίξει κ’ εἶχε βαθουλώσει κ’ εἶχε ἀκόμη ἀνοιχτὰ τὰ γυάλινα μάτια της· τὸ πρόσωπό της ἦταν μαῦρο καὶ τὰ πιθέματά της μολογοῦσαν τὴν τρομερὴ ἀγωνία. A face on a pillow, lit by one dirty lamp, doing the last thing it will do.
Τὸ λυχνάρι τὸ φώτιζε. Ἦταν ψηλὸ κι’ ἀκάθαρτο, πάνου σὲ δύο ξύλινα στρίποδα. Καὶ μέσαθε ἀπὸ τὸ παλιό, σκισμένο καὶ λιγδερὸ πάπλωμα, κι’ ἀπὸ τὸ λερὸ χοντρὸ σεντόνι, ἔβγαινε ἕνα γέρικο, λιγνό, σουρωμένο πρόσωπο, τὸ πρόσωπο τῆς γυναίκας τοῦ Θωμᾶ, ποῦ ἐψυχομαχοῦσε. Ἀπὸ τὰ ψιλὰ ὠχρότατα χείλη της ἔβγαινε κάθε τόσο ἕνας βόγγος μουγγὸς κι’ ἀδύνατος. Τὰ μάτια της ἦταν κλειστὰ μέσα στὲς βαθουλωμένες κι’ ἄπλυτες κῶχες τους· ἡ μύτη της ἤτανε μακρυά, κίτρινη, διάφανη, ψιλὴ σὰ λεπίδι, κι’ ἀνοιγοκλειοῦσε συχνὰ συχνὰ, κι’ ὅλο τὸ αὐλακωμένο μικρὸ κι ἄσκημο πρόσωπό της ἐγυάλιζε ἀπὸ τὸν ἵδρο. Ξεχτένιστα τἄσπρα μαλλιά της ἔφευγαν μέσα ἀπὸ τὲς λερὲς μέριζες, τῆς σκέπαζαν ταὐτιά, κολλοῦσαν στὰ βαθουλωμένα μάγουλά της, στἄσαρκο μέτωπο, φυτίλια ἀπὸ δώ, φυτίλια ἀπὸ κεῖ, καὶ στὸ λαιμό της ἐφαινότουν κ’ ἐξεχώριζε ξερός, σὰν ἀπὸ ξύλο, ὁ λάρυγγας, ποῦ κάθε τόσο ἀνεβοκατέβαινε. He steps outside to read the sky, and the sky has quietly stopped answering.
Καὶ βγῆκε ὄξω, κ’ ἔκαμε τὸ γύρο τοῦ σπιτιοῦ, κ’ ἐσταμάτησε στὸν κῆπο του γιὰ νὰ ἰδεῖ στὴν Ἀνατολὴ ἄν ἔβγαινε ὁ Αὐγερινός, καὶ πασκίζοντας ἀπὸ ἄλλους ἀστερισμοὺς νὰ μαντέψει τὴ θέση τῆς Πούλιας, γιατὶ τὰ γέρικα μάτια του δὲν ἔβλεπαν πλιὰ τὰ μικρὰ της ἀστέρια. The body groans as they undress it, and the women pull their hands from their cheeks.
Ἔπειτα οἱ γυναῖκες ἄρχισν νὰ τὴ γδύνουν. Καὶ σὲ κάθε κίνημά τους τὸ νεκρὸ κεφάλι ἔγερνε ἀπὸ τὴ μία μεριά, ἔπεφτε στὴν ἄλλη, ἔσκυφτε ἐμπρὸς ἤ ἀναποδογερνότουν, καὶ ἀπὸ τὸ πεθαμένο στῆθος ἔβγαινε κάποτε ἕνας βόγγος. Ἄξαφνα οἱ δύο γυναῖκες τὴν ἄφισαν νὰ πέσει κ’ ἐτράβηξαν μὲ τὰ δύο χέρια τους τὰ μάγουλά τους. Κωνσταντίνος Θεοτόκης, 1922
The last night of a Corfiot peasant's wife, told with a tobacco pouch and a dying lamp: a strange, tender book about wanting to live.
Read pages from books like this, one at a time
BookFeed is a feed of real passages from real books. It learns what moves you and finds your next book.
Open BookFeedFree, no sign-up.