BookFeed Ελληνικά

Passages from Η τιμή και το χρήμα

Pages from Η τιμή και το χρήμα that stand on their own, chosen for how they read today. The text is in the public domain.

A man watches the sea swell while he imagines another man touching the woman he loves.

Κι ωστόσο ο Αντρέας εσυλλογιότουν: «Τι, ένας άλλος, χειρότερος του του την έπαιρνε την κορασιά που αυτός αγαπούσε και που θα τον ευτύχιζε; Ω πόσο του τάραζε αυτή η ιδέα όλα τα σπλάχνα, πόσο τού ’σφιγγε την καρδιά που δυνατά του χτυπούσε στα στήθη!» Κι ο αγέρας εσφύριζε τώρα ανάμεσα στα σκοινιά και στ’ άλμπουρα, και η θάλασσα όλο αγρίευε, σα να ανταριαζόνταν και τα στοιχεία από τη θλίψη του. «Η Ρήνη θα επήγαινε σ’ άλλα χέρια, άλλος θα εμάλαζε το παρθενικό κορμί της, άλλος θα την είχε γυναίκα του, γιατί αυτός ο ίδιος δεν είχε τα χρήματα να ξαγοράσει το πατρικό του το σπίτι και γιατί η κυρά Επιστήμη δεν επειθότουν να δώσει τα περσότερα που του εχρειαζόνταν.»
— Η τιμή και το χρήμα, Κωνσταντίνος Θεοτόκης (1914)

Two people in a doorway, both knowing a single word would change everything.

Εκοιταχτήκαν και το βλέμμα τους επρόδωσε την αγάπη. Και τώρα όλοι οι λογαριασμοί της κορασίδας, όλοι της οι φρόνιμοι στοχασμοί, μονομιάς ερειπιζόνταν μπροστά στον άντρα που την είχε κάμει να υποφέρει, και γρικούσε πως η θέλησή της εγενότουν ένα τίποτα μπροστά σ’ εκείνον που η καρδιά της αληθινά και πρώτον είχε αγαπήσει. Για να τον ευχαριστήσει θά ’κανε τα πάντα. Όλο της το είναι θά ’θελε να το θυσιάσει στην ευτυχία του. Κι ωστόσο με φωνή σιγαλή, φοβισμένη μην της εχανότουν αγύριστα της στιγμής εκείνης η απέραντη γλυκάδα τού ’πε: «Ω, α δεν ερχότουνε το νερό ως τα χείλη, δεν αναφαινόσουνε!» «Τόνε παίρνεις;» την ερώτησε αχνίζοντας. «Τι να κάμω; Αφού τόσον καιρό μ’ απαράτησες.» Και με το μαντήλι εσφούγγισε ένα δάκρυ χοντρό που με πόνο της έβγαινε από το μάτι.
— Η τιμή και το χρήμα, Κωνσταντίνος Θεοτόκης (1914)

She doesn't curse him. She just tells him the price of the other woman.

Η κυρά Επιστήμη εσηκωνότουν τώρα ντροπιασμένη· εσκέπασε με το μαντήλι του κεφαλιού της όλο το πρόσωπο και καλανταρίζοντας έπαιρνε πάλι το δρόμο του σπιτιού της. Μία στιγμή εσταμάτησε και χωρίς να σηκώσει το κεφάλι, είπε αναστενάζοντας: «Δε σας δίνω κατάρα· μα ξέρε το, Αντρέα· έχει τρακόσια τάλαρα, ούτε ένα λεφτό περσότερο· κάμε ό,τι θέλεις. «Δε θέλω τίποτα» της απάντησε από το παράθυρο ο νέος που εκείνην τη στιγμή η καρδιά του άνοιξε, χορταμένη αγάπη κ’ έτοιμη να συμπονέσει τη θλίψη κάθε πλασμάτου. «Δε θέλω τίποτα» είπε.
— Η τιμή και το χρήμα, Κωνσταντίνος Θεοτόκης (1914)

A man says out loud what love costs when there's no bread in the house.

Της είπε με βραχνή φωνή και με κατεβασμένο βλέφαρο: «Εγώ το πρωτόπα: ανάθεμά τα· μα πού να βρω να λευτερώσω το σπίτι, να κάμω καινούριο καΐκι, για νά ’μαι ό,τι είμουνα πριν έρθεις εδώ μέσα; Εσύ φταις.» «Εγώ φταίω;» τού ’πε κοιτάζοντάς τον πικρά· «τι λες; εγώ σας έστερνα στη Στεριά; εγώ σού ’λεγα λόγο; ό,τι έκαμες τό ’καμες με το κεφάλι σου, και ακόμα ούτε τώρα δεν υποτάζεσαι στην ανάγκη και δε θέλεις να δουλέψεις με πίστη και μ’ ολπίδα στο Θεό, μόνε κάθεσαι για να σε καταπιεί πρώτα η συφορά. Τι μας λείπεται, καημένε, ως κ’ έτσι καθώς είμαστε; δυναμη, υγεία, νιότη; Όλα δεν τά ’χουμε; Και δεν έχουμε... και την αγάπη;» «Η αγάπη δεν τρώεται» της απάντησε σκληρά. «Άφησε» τού ’πε αναστενάζοντας και κοιτάζοντάς τον δακρυσμένη, «να της μηνύσω αύριο και γω. Ω τα τρακόσια θα τα δώκει, είμαι βέβαιη.
— Η τιμή και το χρήμα, Κωνσταντίνος Θεοτόκης (1914)

Alone in a bare house, a woman decides she will not be someone else's victim.

«Δεν είναι άξιο της αγάπης του αυτό το κορμί μου; και μπορεί να λησμονήσει τέλεια την τόση μου αγάπη; Μπορεί αλήθεια να μη γνοιαστεί για τη ζωή μου, και νά ’μαι για πάντα ολότελα ξένη για κείνον;» Και πάλι όμως μαύρες ιδέες εσκοτείνιασαν το νου της: Ω κι αν εξαναρχότουν, κι αν την αγκάλιαζε, κι αν την περίσφιγγε με τα δυνατά του τα μπράτσα, με την αγάπη την πρώτη, πού θα βρισκότουν πλια και η χαμένη η αρμονία, αφού εμπόρεσε μία στιγμή να την αρνηθεί, σε μία δύσκολη στιγμή της ζωής, αδιάφορο αν από φταίξιμό του ή όχι, ενώ τότες είχε μάλιστα το χρέος να αγωνιστεί και να νικήσει κάθε ενάντιο; Μα είταν δεμένη για πάντα μ’ εκείνον. «Ω το ψωμί, το ψωμί!» είπε φοβισμένη. Και απάντησε του εαυτού της: «Όχι δε θα της έλειπε μήτε εκείνο.
— Η τιμή και το χρήμα, Κωνσταντίνος Θεοτόκης (1914)

The first look that changed everything. A man sees a woman he never noticed.

Ο Αντρέας εσήκωσε τότες το κεφάλι, κι άνοιξε όσο μπορούσε τα μάτια του. Πρώτη φορά την έβλεπε τη Ρήνη, γυναίκα καμωμένην. Την ελογάριαζε πάντα κοπέλα μικρή, κι ως τα τότες δεν την είχε προσέξει. Αυτή του χαμογέλασε· και μία φωνή από μέσα του χωρίς να το θέλει τού ’πε: «Καλά θά ’τανε.» Κ’ εχαμογέλασε και κείνος. Πρώτα εκατέβασε το βλέφαρο κ’ έπειτα το ξανασήκωσε πάλι, και την είδε που εχαμογελούσε ακόμα δροσερά δροσερά, με το καθάριο και τίμιο βλέμμα, παρόμοια σ’ ένα κρίνου μπουμπούκι που προσμένει μόνο την αχτίδα του ήλιου για να ανοίξει κατάλευκο και μοσκοβολισμένο. Και ωστόσο απαντώντας στην αθέλητη ιδέα του ερώτησε σκεφτικός τον εαυτό του: «Τι, τι θά ’ταν καλά;»
— Η τιμή και το χρήμα, Κωνσταντίνος Θεοτόκης (1914)

A man does the sums on love and finds that it loses. The sea agrees.

Κι όλο άψυωνε ο αέρας κι όλο εσφύριζε με περισσότερο θόρυβο, κι όλο ανακατωνότουν αφρισμένο το πέλαγο, και συχνά το κύμα έσπαινε απάνου στο καΐκι, καθώς επέρσευε κιόλας η ταραχή της καρδιάς του. «Ω να μην τον έβλεπε αυτόν το γάμο τελειωμένον! Δεν θα μπόρειε πλια να ζει στον τόπο του. Θα ζήλευε· και η ζωή του ολάκερη θά ’ταν αδιάκοπη λάβρα, αδιάκοπη θαλασσοταραχή, θα εμισούσε, θα εδιψούσε να χύσει αίμα, δε θά ’χε ποτέ του γλυκιά καρδιά!» «Ανάθεμά τα τα τάλαρα» εφώναξε. Κι αυτήν τη στιγμή ένα κύμα τον εκατάβρεξε και το καΐκι έκλινε περσότερο προς τη θάλασσα. «Μάινα το πανί» εφώναξε. «Μα χρειάζονται» του αποκρίθηκε ο μπάρμπας, κάνοντας ό,τι τού ’χε προστάξει. «Χρειάζονται» εξανασυλλογίστηκε ταραγμένος σα νά ’βλεπε μπροστά του το θάνατο· «και η άλλη τά χει κι ας μην είναι μήτε όμορφη, μήτε καλή, μήτε τίμια σαν τη Ρήνη.
— Η τιμή και το χρήμα, Κωνσταντίνος Θεοτόκης (1914)

A tavern full of noise, smoke and raw garlic. The whole social world of a town in one airless room.

Κ’ η πλιο ακουσμένη στο προάστιο, για το καλό της το κρασί, είταν η ταβέρνα του Τραγούδη, ένα μαγαζί στον κεντρικό το δρόμο με τα μάρμαρα της πόρτας και των παραθύρων βαμμένα γαλάζια, που αυτήν την ώρα είταν κιόλας φωτισμένο μέσα και γιομάτο κόσμο. Δίπλα, σιμά στους σοβαντισμένους τοίχους, είταν μεγάλα ξύλινα τραπέζια, και από κάθε μέρος των τραπεζιών μακριοί στενοί ξύλινοι μπάγκοι, όπου σιμά σιμά εκαθόνταν οι αθρώποι. Δεξιά, μία συντροφιά από άντρες νέους και μισόκοπους έπινε κρασί κ’ ετραγουδούσε· σ’ ένα άλλο τραπέζι μερικοί χωριάτες ήσυχα εδειπνούσαν με οικονομία κ’ εκουβέντιαζαν δειλά και σιγανά σα να εφοβούνταν τους αθρώπους της χώρας. Μία βαριά μυρωδιά κρασιού, μαγειριού, σκόρδου ωμού, τσιγάρου και αθρώπινου ίδρου εφούντωνε τον αέρα, και καταχνιά εθάμπωνε το φως που ερίχναν λίγα φωτερά κρεμασμένα στους τοίχους.
— Η τιμή και το χρήμα, Κωνσταντίνος Θεοτόκης (1914)

A mother realizes she has been lied to. Before she can think, her body is already at the door.

Η γυναίκα εκατάλαβε πως την εγελούσε· και την εκυρίεψε εκείνην τη στιγμή ένας θυμός αψύς. Την επεργελούσε κιόλας η άτιμη η φάρα, και ωστόσο η θυγατέρα της η κακομοίρα εκιντύνευε, ή κιόλας, αχ! είταν χαντακωμένη! Η οργή την έσπρωχνε να χυμήσει απάνου του, να του ξεσκίσει με τα γράτσουνα το πρόσωπο, να τόνε δαγκάσει, να τόνε πνίξει, σα μανιωμένη λιοντάρισσα όταν της αρπάζουν τα παιδιά της. Μα θά ’χανε ώρα με τον ψεύτη. Και σα λάμψη της απέρασε από το νου η ιδέα πως ο Αντρέας είχε φέρει εκεί, στο σπίτι του, τη θυγατέρα της, και πως όλα είταν ετοιμασμένα και μελετημένα για να τη γελάσουν. Κι όλη της η μάνητα, ο θυμός, η ενέργεια εστράφηκαν τώρα στην πόρτα. Ερίχτηκε μ’ όλη τη δύναμή της για να τη χαλάσει, και τη χτυπούσε με τα πόδια, με τα γόνατα, με τους γρόθους, με το κεφάλι, όπως ημπόρειε.
— Η τιμή και το χρήμα, Κωνσταντίνος Θεοτόκης (1914)

A mother watches a sum being done on her daughter and finds she is the only one not being counted.

Τώρα η κυρά Επιστήμη έτρεμε, τα μάτια της ελαμπύρισαν, το μαντήλι του κεφαλιού της εγλίστησε στες πλάτες. «Οι άτιμοι!» εσυλλογίστηκε· «θέλουνε να μας γδάρουνε· αλλιώς την παρατάει για να πάρει τα περσότερα! Οι άτιμοι!» Και κάτι την έσπρωχνε να ριχτεί απάνου τους να τους βγάλει τα μάτια με το δάχτυλο, να τους ξεσκίσει με τα νύχια και με το στόμα, κ’ επιθυμούσε τώρα νά ’χει χέρια διπλά, δύο στόματα, νά ’ναι αυτή η ίδια δύο άνθρωποι, για να τους αδράξει και τους δύο την ίδια στιγμή και να τους κακοποιήσει, όπως τους έπρεπε: το δολερό το μπάρμπα και τον άτιμον άνθρωπο που της είχε καταστρέψει τη θυγατέρα.
— Η τιμή και το χρήμα, Κωνσταντίνος Θεοτόκης (1914)

Read pages from books like this, one at a time

BookFeed is a feed of real passages from real books. It learns what moves you and finds your next book.

Open BookFeed

Free, no sign-up.