BookFeed Ελληνικά

Passages from Ἡ Περιστερὰ

Pages from Ἡ Περιστερὰ that stand on their own, chosen for how they read today. The text is in the public domain.

A child holds a frightened bird and decides, out loud, what kind of person she is.

— Νὰ τὸ ψήσῃς! ἐφώναξεν ἡ Ἑλένη μετ’ ἐκπλήξεως ἅμα καὶ λύπης λαμβάνουσα τὴν περιστερὰν ὡς διὰ νὰ τὴν λυτρώσῃ ἀπὸ τὸν θάνατον, ἆ, ὄχι φιλτάτη μου μῆτερ, ἀστειεύεσαι. Τὸ πτωχὸν τοῦτο ζῶον κατέφυγεν εἰς ἐμὲ, πῶς ἠμπορῶ νὰ τὸ σκοτώσω; Παρατήρησε πῶς εἶναι ὡραῖον! εἶναι κάτασπρον ὡς τὸ χιόνι καὶ τὰ ποδάριά του εἶναι κόκκινα ὡς τὸ κοράλι. Ἆ! πῶς κτυπᾷ ἡ καρδιά του! Καϋμένο περιστεράκι! μὲ κυττάζει ἱκετευτικῶς καὶ τὸ ἀθωότατον βλέμμα του φαίνεται ὅτι θέλει νὰ μοῦ εἴπῃ: «Μὴ μοῦ κάμῃς κακόν.» Ὄχι, καλό μου πουλάκι, δὲν θὰ σοῦ κάμω κακὸν, δὲν κατέφυγες ματαίως εἰς ἐμέ· θέλω νὰ ἦσαι εὐχαριστημένο μαζύ μου.
— Ἡ Περιστερὰ, Κρίστοφ φον Σμιτ (1827)

Why the thing you loved most is worth more once you've given it away.

— Ἐὰν τὸ θέλῃς, ἠμπορεῖς νὰ τὸ κάμῃς ἄλλοτε, ὅταν ἡ Εὐφροσύνη ἔλθῃ νὰ μᾶς ἴδῃ· τώρα ὅμως δὲν ἠδύνασο νὰ κάμῃς καλλίτερον δῶρον εἰς τὴν φίλην σου. Δῶρον πρὸς ἐνθύμησιν πολυτιμώτερον ἤθελε τὴν ταπεινώσει καὶ δὲν θὰ τῆς ἐπροξένει τόσην χαρὰν· αὐτὸ τὸ ὁποῖον σοῦ ἦτο τόσον προσφιλὲς ἂν καὶ μικρᾶς ἀξίας τῆς ἀποδεικνύει πόσον τὴν ἀγαπᾷς· μὴ μετανοῇς λοιπὸν δι’ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἔκαμες. Εἶδες ὅτι ὁ πατήρ σου ἦτο ἕτοιμος νὰ ριψοκινδυνεύσῃ τὴν ζωήν του διὰ νὰ συντρέξῃ τὴν τυραννουμένην χήραν, καλὰ λοιπὸν ἔκαμες καὶ σὺ, ἡ ὁποία ἔδωκες τὸ ἀγαπητότερόν σου πρᾶγμα διὰ νὰ χαροποιήσῃς τὸ τεθλιμμένον ὀρφανόν. Ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος δὲν συνειθίσει ἐγκαίρως νὰ θυσιάζῃ ὅ,τι ἔχει ὑπὲρ τῶν ἄλλων δὲν τοὺς ἀγαπᾷ εἰλικρινῶς· τοιαῦται θυσίαι εἶναι εὐάρεστοι εἰς τὸν Θεὸν, ὁ ὁποῖος θὰ σὲ ἀνταμείψῃ βεβαίως δι’ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἔκαμες.
— Ἡ Περιστερὰ, Κρίστοφ φον Σμιτ (1827)

How often the thing you feared turned out to be the moon.

Καὶ ἡ μήτηρ μετὰ τῆς θυγατρὸς ἤρχισαν νὰ κλαίωσιν ἰδοῦσαι τὴν φαινομένην φλόγα, ἀλλ’ εὐθὺς πρὸς μεγάλην χαράν των παρετήρησαν ὅτι εἶχον ἀπατηθῆ· ἐπειδὴ ἡ νομιζομένη ἐκείνη φλὸξ δὲν ἦτο τίποτε ἄλλο παρὰ ἡ Σελήνη, ἡ ὁποία ὑψωθεῖσα τελευταῖον ἐπάνω τῶν ἀτμῶν τῆς γῆς ἔλαμψε παρευθὺς καθαρώτερον καὶ ἐξηκολούθησε τὴν βραδεῖαν, ἀλλὰ μεγαλοπρεπῆ πορείαν της ἐπὶ τοῦ ἀνεφέλου οὐρανοῦ. Τότε ἀνέλαβον θάρρος καὶ ἔμειναν ἀκόμη ἀρκετὴν ὥραν εἰς τὸ παράθυρον, ἀλλ’ εὐτυχῶς οὐδὲ τὸ παραμικρότερον σημεῖον εἶδον τῆς τρομερᾶς ἐκείνης κοκκινάδας ἡ ὁποία φαίνεται εἰς τὸν Οὐρανὸν ὅταν συμβαίνῃ μεγάλη πυρκαϊά.
— Ἡ Περιστερὰ, Κρίστοφ φον Σμιτ (1827)

A garden goes completely quiet, then something moves in the shade.

Ἄκρα ἡσυχία ἐβασίλευεν εἰς τὸ περιβόλι καὶ ἄλλο τίποτε δὲν ἠκούετο ἢ τὸ κελάδημα τῆς ἀηδόνος καθημένης ἐπὶ τοῦ ἐκεῖ πλησίον δένδρου, τῆς ὁποίας ἡ μελωδικωτάτη φωνὴ ἑνουμένη μετὰ τοῦ μορμορυσμοῦ τοῦ ὕδατος ἀπετέλει ἁρμονίαν γλυκυτάτην. Αἴφνης ἤκουσαν κἄτι νὰ κινῆται μεθ’ ὁρμῆς ἐντὸς τῆς σκιάδος ὅπου ἐκάθηντο, κἄτι τὸ ὁποῖον δὲν ἠδυνήθησαν νὰ ἀνακαλύψωσιν ἀμέσως.
— Ἡ Περιστερὰ, Κρίστοφ φον Σμιτ (1827)

A dying man leaves his wife one name and a piece of advice.

— Ὁ Θεὸς μετὰ σοῦ, γενναιότατε! ἂν καὶ δὲν σὲ εἶδον ποτὲ ἔρχομαι νὰ ζητήσω τὴν προστασίαν σου. Ὀνομάζομαι Κλεονίκη καὶ εἶμαι σύζυγος τοῦ Γρηγορίου ἀπὸ τὸ Γύθειον· τὸ δὲ κοράσιον τοῦτο εἶναι ἡ θυγάτηρ μου Εὐφροσύνη. Ἴσως γνωρίζετε τὸ αἴτιον τῆς λύπης μου· ὁ σύζυγος μου Γρηγόριος ἀπέθανεν ἐκ τῶν πληγῶν, τὰς ὁποίας ἔλαβεν εἰς τὸν πόλεμον. Σεῖς ἐγνωρίσατε τὸν καλὸν αὐτὸν ἄνθρωπον, ὁ ὁποῖος ἔκαμνε τόσα καλὰ εἰς τοὺς δυστυχεῖς. Τὴν περιουσίαν τὴν ὁποίαν ἐκληρονομήσαμεν ζητοῦσι τώρα νὰ μᾶς ἁρπάσωσι δύο ἀχόρταγοι ἄρχοντες. Ὁ μὲν πολλὰ καὶ διάφορα προφασιζόμενος ζητεῖ νὰ μοῦ ἁρπάσῃ τὰ καρποφόρα χωράφια, τὰ ὁποῖα ἐκτείνονται ὑπὸ τὰ τείχη τοῦ πύργου, ὁ δὲ ἄλλος θέλει νὰ οἰκειοποιηθῇ τὰ δάση, τὰ ὁποῖα μᾶς ἀνήκουσι. Καὶ οἱ δύο οὗτοι δυνατοὶ καὶ ἄδικοι γείτονες ἔκαμαν συνωμοσίαν ἐναντίον μου καὶ ἐνῷ ἄλλοτε ἦσαν φίλοι τοῦ ἀνδρός μου, ἔγειναν τώρα οἱ ἀσπονδότεροί μου ἐχθροί.
— Ἡ Περιστερὰ, Κρίστοφ φον Σμιτ (1827)

The moment you realise someone has been lying to your face, and you decide to say so.

— Ψεύδεσθε, ἀνεφώνησεν μὲ φωνὴν βροντῶδη. Σὺ, γέρον κακοῦργε, ὀνομάζεσαι Λυκογιάννης, καὶ σὺ πανοῦργε νεανίσκε ὀνομάζεσαι Ἀρκουδομανόλης! Δὲν ἔρχεσθε ἀπὸ τὸν Ἅγιον Τάφον καὶ οὐδὲ προσκυνηταὶ εἶσθε, ἀλλὰ λῃσταὶ, φονεῖς καὶ πυρπολισταί. Τὸ Ταίναρον δὲν εἶναι πατρίς σας, Ἕλληνες δὲν εἶσθε σεῖς καὶ οὐδὲ ἤλθατε ἐδῶ διὰ νὰ διέλθετε τὴν νύκτα, ἀλλὰ διὰ νὰ μᾶς δολοφονήσητε, νὰ λεηλατήσητε καὶ νὰ καύσητε τὸν πύργον μου. Τώρα θὰ σᾶς δώσω τὴν ἀμοιβὴν τῶν κακουργημάτων σας. Φύλακες, προσέλθετε! ἐκδύσατε τοὺς λῃστὰς τούτους· ἀφαιρέσατε ἀπὸ αὐτοὺς τὸ μοναχικὸν αὐτῶν ἔνδυμα διὰ νὰ φανῶσι μὲ τὴν πραγματικὴν αὐτῶν στολήν! Ἀφοπλίσατέ τους καὶ ρίψατε αὐτοὺς εἰς τὸ δεσμωτήριον τοῦ πύργου.
— Ἡ Περιστερὰ, Κρίστοφ φον Σμιτ (1827)

The language you thought you'd forgotten can still understand danger.

Ὁ μικρὸς αὐτῶν ὁδηγὸς κατήγετο ἀπὸ ἀρβανίτας καὶ ὠνομάζετο Ἀνδρέας· ἦτο ὀρφανὸς ἐκ μικρᾶς ἡλικίας καὶ ὁ Γρηγόριος ἀπὸ εὐσπλαγχνίαν κινούμενος παρέλαβεν αὐτὸν διὰ νὰ τὸν ἀναθρέψῃ· ἔκτοτε δὲ ἔμεινεν εἰς τὴν οἰκίαν αὐτοῦ ὡς μικρὸς ὑπηρέτης, ἀλλὰ δὲν εἶχε λησμονήσει τὴν πάτριον αὐτοῦ γλῶσσαν καὶ τοιουτοτρόπως ἤκουσε μετὰ προσοχῆς τὴν συνομιλίαν τῶν προσκυνητῶν· μάλιστα δὲ ἤθελε νὰ δείξῃ τὴν χαρὰν του ὅτι ἐνθυμεῖτο ἀκόμη τὴν μητρικήν του γλῶσσαν, ὅταν ἔξαφνα ἡ συνομιλία των τοῦ ἐπροξένησε φρίκην καὶ τρόμον.
— Ἡ Περιστερὰ, Κρίστοφ φον Σμιτ (1827)

A bird lands at your feet and is gone before you can decide what to feel.

Φοβηθεῖσαι ἐστράφησαν καὶ ἡ μία ἐκύτταξε τὴν ἄλλην· συνάμα δὲ μέγα πτηνὸν, ἀνοικτὰς ἔχον τὰς πτέρυγας καὶ πρασπαθοῦν νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν σκιάδα, κατέπεσεν ἐνώπιον αὐτῶν, ἀλλὰ μόλις εἶδε τὴν Ἑλένην καὶ τὴν μητέρα της ἐπέταξε μὲ τὴν αὐτὴν ταχύτητα μὲ τὴν ὁποίαν καὶ κατέπεσεν.
— Ἡ Περιστερὰ, Κρίστοφ φον Σμιτ (1827)

What it looks like when trust grows so far that the cage stops mattering.

Ἡ περιστερὰ ἐσυνείθισε ταχέως τὴν νέαν αὐτῆς κυρίαν καὶ τόσον θάρρος εἶχε μὲ αὐτὴν, ὥστε ἅμα ἤνοιγε τὸ θυρίδιον τοῦ κλωβίου ἤρχετο νὰ τσιμπᾷ εἰς τὴν χεῖρά της τοὺς καρποὺς τοὺς ὁποίους τῆς ἐπρόσφερε, καὶ ἔπειτα ἀπὸ ὀλίγον καιρὸν οὐδὲ τὸ κλωβίον ἐφρόντιζε νὰ κλείῃ. Τὸ πρωῒ ὅταν ἀκόμη ἐκοιμᾶτο ἡ Ἑλένη ἔτρεχεν ἡ περιστερὰ ἐπάνω εἰς τὴν κλίνην της διὰ νὰ τὴν ἐξυπνήσῃ, καὶ ἕως ὅτου νὰ σηκωθῇ διὰ νὰ τῆς δώσῃ νὰ φάγῃ δὲν τὴν ἄφινε εἰς ἡσυχίαν. Στενοχωρηθεῖσα ποτὲ, παρεπονέθη εἰς τὴν μητέρα της ἡ Ἑλένη.
— Ἡ Περιστερὰ, Κρίστοφ φον Σμιτ (1827)

Read pages from books like this, one at a time

BookFeed is a feed of real passages from real books. It learns what moves you and finds your next book.

Open BookFeed

Free, no sign-up.