Η οικογένεια διασκεδάζει
Χαράλαμπος Άννινος, 1900
An Athenian family scrapes together 33 drachmas and goes to the opera. Everything that could go wrong, does, with perfect comic greed.
Pages from Η οικογένεια διασκεδάζει that stand on their own, chosen for how they read today. The text is in the public domain.
What a family expedition really looks like: lemon peel, mud, and a disappearing child.
Ἤρχισαν λοιπὸν τὴν πεζοπορίαν ὑπὸ οἰωνοὺς κακούς, καὶ διὰ τοῦτο τὰ ἐπεισόδια καθ’ ὁδὸν ἦσαν θλιβερά. Μία λεμονόκουπα ριφθεῖσα ὑπὸ μιᾶς μάγκας καθ’ ἑτέρας, ἐπέτυχεν ἀπεναντίας καὶ κατεσπίλωσε τὸ μελιτζανὶ φόρεμα τῆς κυρίας Θεοδώρας, ἥτις ἀφῆκε κραυγήν λεαίνης πληγείσης. Ἐνῷ δὲ ὁ κ. Ζαχαρίας ἔστρεφε τὰ νῶτα διὰ νὰ παρατηρήσῃ, μικρὸς πωλητὴς τοῦ Ἐθνικοῦ Πνεύματος, ἐλαύνων ἀπὸ ρυτῆρος, συνεκρούσθη μετ’ αὐτοῦ, καὶ ἐκ τοῦ τιναγμοῦ ὁ σεβάσμιος πῖλος ἔπεσε κατὰ γῆς, κυλιθεὶς ἐντὸς τοῦ βορβόρου. Ἡ μύτη τῆς δεσποινίδος Οὐρανίας, παρ’ ὀλίγον συνεκρούετο μὲ μίαν ἅμαξαν. Ὁ Μιμῖκος κατὰ πάντα πέντε λεπτὰ ἠφανίζετο καθ’ ὁδόν, ὅπως ἀγοράσῃ ἀχλάδια ἤ κώνους ἀραβοσίτου ὀπτούς, ἡ δὲ οἰκογένεια ἠναγκάζετο νὰ στέκῃ καὶ νὰ τὸν ἀναζητῇ μετὰ φωνῶν· τὴν τρίτην φορὰν μάλιστα οἱ σύζυγοι Παραδαρμένου ἤρχισαν ν’ ἀνησυχοῦν σπουδαίως, διότι ὁ Μιμῖκος δὲν εὑρίσκετο. Ἡ κυρία Θεοδώρα ὠρύετο ὅτι τὸν κατεπλάκωσεν ἅμαξα· ὁ κ. One family, stretched by the evening into grotesque and luminous shapes.
Τέλος, μεθ’ ὅλας τὰς περιπετείας ταύτας, ἡ οἰκογένεια ἀφίκετο σῴα εἰς τὸν κῆπον τοῦ Ἀπόλλωνος. Ἠναγκάσθησαν νὰ περιμείνουν, διότι αἱ θύραι ἦσαν ἔτι κλεισμέναι· καὶ μετέβησαν περιπατοῦντες μέχρι τῆς γεφύρας τοῦ Ἰλισσοῦ. Ὁ κ. Ζαχαρίας ἔδειξεν εἰς τὴν οἰκογένειαν τὸ Στάδιον, ἐξηγήσας ὅτι εἰς τὴν ἀρχαιότητα ἔκειτο ἐκεῖ ἡ ὁδὸς Σταδίου, ἥτις εἶνε σήμερον παρακάτω, καὶ εἰς τὴν ἐρώτησιν τοῦ Μιμίκου ἀπήντησεν ὅτι ἐκαλεῖτο οὕτω, διότι καὶ οἱ ἀρχαῖοι συνείθιζον νὰ πίνωσι μισὴ στὰ δύο. Ἀφοῦ περιειργάσθησαν, ἐπέστρεψαν καὶ εἰσῆλθον εἰς τὸ θέατρον. Σύμπασα ἡ οἰκογένεια εἶχε καταστῆ ἐπιμήκης. Τὸ πρόσωπον τῆς κυρίας Θεοδώρας εἶχε καταβιβασθῆ· ἡ κοιλία τοῦ Μιμίκου εἶχε προεκταθῆ· ἡ μύτη τῆς δεσποινίδος Οὐρανίας εἶχε λάβει διαστάσεις τολμηρὰς ὡς τὸ κωδωνοστάσιον τοῦ Στρασβούργου. Τὸ μόνον πρᾶγμα, ὁποῦ εἶχε βραχυνθῆ, ἦτο τὸ κίτρινον πανταλόνιον τοῦ κ. Ζαχαρίου, φωσφορίζον ὑπὸ τὴν λάμψιν τοῦ φωταερίου. Every family has its own private geography, with fixed borders.
Ἡ γεωγραφικὴ θέσις τοῦ κ. Παραδαρμένου εἶνε ἡ ἑξῆς περίπου. Περιορίζεται πρὸς βορρᾶν ὑπὸ τοῦ κυλινδρικοῦ πίλου του, ἐνδόξως ἀγωνισθέντος κατὰ ἐννέα χειμώνων, καὶ φέροντος τὰ ἴχνη τῆς ἀνδρείας του, καὶ ὅστις, ἐνῷ ἐγνώρισε πάντας τοὺς δικολάβους τῆς Στερεᾶς καὶ τῆς Πελοποννήσου, οὐδέποτε ἠθέλησε νὰ σχετισθῇ καὶ μετά τινος ἐπιδιορθωτοῦ πίλων· πρὸς ἀνατολὰς ὑπὸ τῆς συζύγου του κυρίας Θεοδώρας καὶ τοῦ μικροῦ γόνου αὐτῆς Μιμίκου· πρὸς δυσμὰς ὑπὸ τῆς θυγατρός του Οὐρανίας, καὶ πρὸς νότον ὑπὸ τῆς ὑπηρετρίας Βασίλως καὶ τοῦ σκύλου του Μαύρου. A boy whose whole body is an argument between appetite and punishment.
Ὁ Μιμῖκος−ἐτῶν ἐννέα, χρώματος μεταξὺ λάσπης καὶ σοκολάτας, μὲ δύο ὀφθαλμοὺς μεγάλους, μὲ δύο μυκτῆρας ἀείποτε καλλιρρόους, μὲ δύο γόνατα ἀείποτε χρωματισμένα. Ἀγαπᾷ τὰ πάντα, ὡς καὶ τὰ ἄωρα δαμάσκηνα τῆς γειτόνισσας, καὶ δὲν ἀγαπᾷ μόνον τὴν Κατήχησιν καὶ τὸ ρετσινόλαδον, τὸ ὁποῖον τακτικῶς τοῦ χορηγεῖ ὁ πατήρ, διότι ἀνὰ πᾶσαν δεκαπενθημερίαν ἔχει καὶ νέαν δυσπεψίαν. The frantic small rituals of a family about to be seen in public.
Ἤδη ἀπὸ τοῦ Σαββάτου λοιπὸν τὰ πάντα ἦσαν ἄνω κάτω εἰς τὸ σπίτι. Ἡ κυρία Θεοδώρα ἐτακτοποίει ἕν φόρεμα μελιτζανί, τὸ ὁποῖον, ὡς ἡ ἱερὰ σημαία τοῦ Προφήτου, ἐξεθάπτετο μόνον εἰς ὡρισμένας ἡμέρας ἀπὸ τοῦ κιβωτίου, παραστὰν ὡς μάρτυς καθ’ ἁπάσας τὰς ἐπισήμους περιστάσεις τῆς οἰκογενείας Παραδαρμένου. Ἡ δεσποινὶς Οὐρανία ἔστεκε πολλάκις πρὸ τοῦ κατόπτρου, στριφογυρίζουσα τὸ πρόσωπον διὰ νὰ ἴδῃ εἰς ποίαν στάσιν ἡ μύτη της ἐφαίνετο ὀλιγώτερον σουβλερή. Ἡ Βασίλω ἀφοῦ ἐκαθάρισε τεσσαράκοντα ἑπτὰ κολοκύνθια, ἔπλυνεν ἕνα πανταλόνι τοῦ κ. Ζαχαρίου, χρώματος κιτρίνου. Ὁ Μιμῖκος ἐζήτει ἐπιμόνως νὰ μάθῃ ἄν ἐντὸς τοῦ θεάτρου ἐπώλουν κουραμπιέδες, ἔτρεχε δέ δι’ ὅλης τῆς ἡμέρας εἰς τὸν δρόμον, πετροβολῶν τὴν δαμασκηνέαν τοῦ ἀντικρὺ κήπου, ὅτε δὲ εἰσήρχετο εἰς τὸ σπίτι, ἔκοπτε πάντοτε ὑπερμέγεθες τεμάχιον ἄρτου, πρὸς μεγίστην ἀπελπισίαν τῆς κ. Θεοδώρας. The embarrassment of being the only person in the room who doesn't know the plot.
Τέλος ἡ αὐλαία ἀνεσύρθη. Ἡ οἰκογένεια Παραδαρμένου ἐπίστευεν ὅτι ἐδίδετο ἡ Τραβιάτα, ἐνῷ ἀπεναντίας παριστάνετο τὸ Ballo in Maschera. Ἑπομένως ἐζήτουν νὰ μάθουν ποῦ εἶνε ἡ Τραβιάτα. Ὅτε ἐτελείωσεν ἡ πρώτη πρᾶξις, ὁ κ. Ζαχαρίας ἀπεφάνθη δογματικῶς ὅτι αὐτὸ τὸ παιδί, ἐννοῶν τὸν Ὀσκάρ, ἔκαμε πολὺ καλὰ τὸ μέρος του. Μόλις ἐφάνη κατὰ τὴν δευτέραν πρᾶξιν ἡ Ἀμέλια, καὶ ἡ κυρία Θεοδώρα ἀνεβόησεν ὅτι αὐτὴ πρέπει νὰ ἦτο ἡ Τραβιάτα, ἀλλὰ δὲν τῆς ἐφαίνετο πολὺ φθισική, ὡς εἶχεν ἀκούσει παρὰ τῆς Οὐρανίας, ἥτις εἶχεν ἀναγνώσει τὸ μυθιστόρημα. Ἡ παρατήρησις αὕτη ὑψηλοφώνως γενομένη ἐν τῷ μέσῳ τῆς σιγῆς, ἐφείλκυσε τὴν προσοχὴν τῶν παρακαθημένων, στραφέντων καὶ παρατηρούντων αὐτοὺς μετὰ περιέργου μειδιάματος. The walk home from a night out that has turned into a slow procession of grief.
Ἐξέρχονται τοῦ θεάτρου. Λόγος περὶ ἁμάξης δὲν γίνεται, διότι εἰς τὰ θυλάκια τοῦ κ. Ζαχαρίου ὑπολείπονται μόνον ὀλίγαι δεκάραι. Ἐκκινοῦν λοιπὸν πεζοὶ πρὸς τὸν Γολγοθᾶν αὑτῶν. Ἡ κυρία Θεοδώρα ἐκινεῖτο κυλινδουμένη καὶ μυκωμένη ὡς ταῦρος· ὁ κ. Ζαχαρίας ἐστέναζεν ὑποκώφως, κρατῶν ἐκ τῆς χειρὸς τὸν γρυλλίζοντα Μιμῖκον, καὶ πτύων ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρόν. Ἡ δεσποινὶς Οὐρανία ἐξέπεμπεν ὑποκώφους λυγμούς. Οἱ διαβάται παρεμέριζον εἰς τὴν διάβασιν αὐτῶν. Ἐφαίνετο συνοδεία φυγοῦσα ἐκ τῆς κοιλάδος τοῦ κλαυθμῶνος. The theatre, defended by a man who once watched dancing bears.
Τὸ ἑσπέρας, ὅτε ἦλθεν ὁ κ. Ζαχαρίας, παρεκάθησαν εἰς τὸ δεῖπνον, καὶ μετὰ τοῦτο ἐξῆλθον πρὸ τῆς οἰκίας, ἀφόβως καὶ ἀπαθῶς τὴν ἑσπέραν ἐκείνην, διότι ἀπὸ πρωΐας εἶχον πληρώσει τὰ ὀφειλόμενα εἰς τὸν ἀντικρυνὸν μπακάλην. Πρὸ τῆς θύρας τῆς οἰκίας ἦτο συνήθεια νὰ γίνεται μικρὰ συναναστροφή, εἰς ἥν ἐλάμβανε μέρος εἷς ἀπόστρατος ἀνθυπασπιστής, μία μαῖα καὶ μία σύζυγος δικαστικοῦ κλητῆρος. Ἡ κ. Θεοδώρα ἔστρεψεν ἐπίτηδες τὴν συνομιλίαν εἰς τὸ θέμα τῶν διασκεδάσεων, διὰ νὰ ἀναγγείλῃ εἰς τὴν ὁμήγυριν τὴν μεγάλην ἀπόφασιν. Ὁ γέρων ἀνθυπασπιστὴς ἐγρύλλισεν, εἰπὼν ὅτι προτιμᾷ ἕν ἑκατοστάρικον ρητινίτου ἀπὸ τὸ καλλίτερον θέατρον τοῦ κόσμου. Ἡ σύζυγος τοῦ κλητῆρος εἶπεν ὅτι μίαν ἡμέραν κατὰ τύχην μετέβη εἰς τὸ Φάληρον μετά τινος κυρίας, ὅπου εἶδε τὰς γαλλίδας δεικνυούσας τὸν πόδα γυμνὸν μέχρι τοῦ μηροῦ καὶ ἐσταυροκοπήθη. Τότε παρεμβὰς ὁ κ. Χαράλαμπος Άννινος, 1900
An Athenian family scrapes together 33 drachmas and goes to the opera. Everything that could go wrong, does, with perfect comic greed.
Read pages from books like this, one at a time
BookFeed is a feed of real passages from real books. It learns what moves you and finds your next book.
Open BookFeedFree, no sign-up.