BookFeed Ελληνικά

Passages from Φύλλα

Pages from Φύλλα that stand on their own, chosen for how they read today. The text is in the public domain.

What the traitor's kiss does to a man who is already in his grave.

Ὅμως τὸ ἄπιστο φιλὶ νεκρὸ ἀνασηκόνεικαὶ ζωντανεύει τὸ κορμὶ ποὺ χῶμα τὸ πλακόνει.Ἀκούει μέσ’ στὸν ὕπνο του τὸν πρῶτο βυθισμένοςτῆς νύφης του τὸ φίλημα ὁ νειός ὁ πεθαμμένος·τὸν ὄρκο του θυμήθηκε κι’ ὁ τάφος του ἀνοίγει·σὲ μαῦρο ἀπάνω βρέθηκε, λάκκους σταυροὺς πηδάει,τὸν βλέπουν τ’ ἄστρα τρέμουνε, ἡ γῆ ζητεῖ νὰ φύγῃκαὶ χαλινάρι δὲν κρατεῖ· ὁ Μαῦρος ὁδηγάει·φεὺγει, πετᾷ· τὰ πέταλλα σπίθαις, φωτιαὶς σκορπᾶνεκαὶ φέγγουνε τὸ δρόμο τους· ἀλλοίμονο, ποῦ πᾶνε!
— Φύλλα, Αχιλλέας Παράσχος (1876)

The glory of the old days, felt most keenly at a seaside table with an unpaid bill.

Ὤ! εἶναι ἀριστούργημα νὰ τρῷς εἰς τ’ ἀκρογιάλικαὶ τὴν δροσιὰ τῆς θάλασσας τὸ στῆθος σου νὰ πέρνῃ,νὰ χώνῃς μὲς στὸ πιάτο σου καὶ χέρια καὶ κεφάλι,κι’ ἀδιάκοπα ὁ μάγειρος πορτσιόναις νὰ σοῦ φέρνῃ.Ὤ! εἶναι ἀριστούργημα νὰ τρῷς καὶ νὰ φουσκώνῃς,μὰ ὑπεραριστούργημα λεπτὸ νὰ μὴν πληρώνῃς.Τί κρῖμα, τί κακούργημα στὰ τωρινά μας χρόνιανὰ μὴν ἰδοῦμε πόλεμο καπνοῦ καὶ σκόνης νέφη...Ἔ! ξενοδόχε, φέρε μου καὶ μία μακαρόνια...δὲν ξέρω πῶς ὁ πόλεμος μοῦ φέρνει τόσο κέφι.Ὦ θάλασσαις καὶ κύματα κι’ ἀστέρια καὶ φεγγάρια,ἕναν καιρὸ μᾶς βλέπατε μεγάλα παλληκάρια.
— Φύλλα, Αχιλλέας Παράσχος (1876)

No one at all dies easily in prison — not again, not quickly.

Ἄχ! εὔκολα στὴ φυλακὴ κανένας δὲν θὰ πεθαίνει·ἄν δὲν σαπίσῃ τὸ κορμί, ψυχὴ ἐκεῖ δὲν βγαίνει.Καὶ ξεψυχᾷς μέσα σ’ αὐτὴ καιρούς,, ἡμέρας, χρόνια,καὶ πότε εἶσαι στὴ φωτιά, καὶ πότε μέσ’ στὰ χιόνια,καὶ στὴ στιγμὴ τὴν ὕστερη, ποῦ σβεῖς σὰν νεκροκέρι,δὲν βρίσκεται νὰ σοῦ κρατῇ τὸ μέτωπο ἕνα χέρι!
— Φύλλα, Αχιλλέας Παράσχος (1876)

Dante's Hell was coloured not from prison but from exile, the poet says.

Ξεύρετε τ’ εἶνε φυλακή; τὴν ἔχετ’ ἀκουσμένα,τὴ βλέπετε καμμιά φορὰ ἀπ’ ἔξω σὰν περνᾶτε,πλὴν δὲν τὴν ξεύρετε! Κρατεῖ στοὺς τοίχους της κλεισμένατὰ σκοτεινά της μυστικά· τί εἶναι μὴ ζητᾶτε...Ἐμᾶς μόνο ρωτήσετε ποῦ μέσ’ σ’ ἐκείνη ζοῦμε,ἐμᾶς ρωτᾶτε, φυλακὴ τί εἶνε νὰ σᾶς ποῦμε!Εἶνε, πλὴν καὶ τὸ ἴδιο μας καλὰ-καλὰ τὸ στόμακι’ αὐτό, κι’ αὐτὸ δὲν ἠμπορεῖ νὰ σᾶς τὸ εἰπῇ ἁκὸμα.Τὸν ᾍδη σᾶς ζωγράφισε τοῦ Δάντη φαντασία,πλὴν ἔπερνε τὸ χρῶμά του ἀπὸ τὴν ἐξορία,καὶ ὄχι ἀπ’ τῆς φυλακῆς τὸ ἄγριο σκοτάδι·ποτέ, ποτὲ χωρὶς αὐτὴ δὲν δείχνουνε τὸν ᾍδη.
— Φύλλα, Αχιλλέας Παράσχος (1876)

The worm reached the peak too, but for a different reason.

Ἄνω ὀξείας κορυφῆς τῶν Ἄλπεων, εἰς μέροςσχεδὸν ἔγγιζον τὴν ἀρχὴν τοῦ ἀχανοῦς αἰθέρος,σμαραγδοπτέρυξ ἀετὸς τὸ βλέμμα περιστρέφωνεἶπε: «Τίς ζῇ καθὼς ἐγὼ ἐπάνω τῶν συννέφων;»- Ἐγώ! Ἠκούσθη φωνή τις μὲ ἀλαζόνα τόνον,μωρὸν πτηνόν· νομίζεις σὺ ἐδῶ πὼς φθάνεις μόνον;»Στρέφει γοργῶς ὁ ἀετὸς παντοῦ τὰ βλέμματά του,εἶδε ζωΰφιον χωλόν, τὸν σκώληκα σιμά του.- Πῶς ἠδυνήθης, ἔκραξε μὲ ἔκπληξιν βαθεῖαν,νὰ ἔλθῃς, ὅπου ἵσταμαι τὴν ὅρασίν μου τέρπων,καὶ εἰς τὴν κορυφὴν αὐτὴν ν’ ἀνέβῃς τὴν ὀξεῖαν,εἰς ἢν ἀνέρχομαι ἐγώ;» Κ’ εἶπεν ἐκεῖνος: «Ἔρπων».
— Φύλλα, Αχιλλέας Παράσχος (1876)

The sun of home is so bright that even a dead man's candle glows brighter than the dawn in exile.

Ἀκόμα δὲν ξημέρωσε, δὲν ἔφεξε ἀκόμα;Ἆ, τί ἀκοίμητη νυχτιά, ἆ, τί βαθὺ σκοτάδι.Τέτοια μαυρίλα κι ὁ νεκρὸς δὲν θἄχῃ μὲς στὸ χῶμα·θαρρεῖ κανεὶς πὼς ζωντανὸς εὑρίσκεται στὸν ᾍδη.Ξημέρωσε· ἐπέρασαν ἀπ’ τὴν αὐγὴ τρεῖς ὧρες·λοιπὸν ξυπνᾷ κανεὶς τυφλὸς σ’ αὐτὲς τὶς μαῦρες χῶρες;Ποῦ εἶν’ ἥλιος, ποῦ τὸ φὼς; Ὀμίχλη τὸν σκεπάζει·ἥλιο δὲν ἔχομε κ’ ἐδῶ ποτὲ σὰν χειμωνιάζει.Εἶναι νυχτιὰ καὶ ἡ αὐγή, νυχτιὰ καὶ ἡ ἡμέρα·γιὰ ἰδὲς καλά, βλέπεις ἐκεῖ ψηλὰ εἰς τὸν αἰθέρακάτι ποὺ μοιάζει ― ὄχι φῶς ― ποὺ μοιάζει σὰν χλωμάδα;Εἶναι ὁ ἥλιος μας αὐτό... ἆχ, στὴν γλυκειὰ Ἑλλάδα,στὴν φωτεινὴ Πατρίδα μου, στοῦ ἥλιου τὸ λημέρι,φέγγει πολὺ καλλίτερα καὶ τάφου νεκροκέρι!
— Φύλλα, Αχιλλέας Παράσχος (1876)

What a reunion is, defined against the parting that gave it its size.

Γνωρίζεις ἡ ἀντάμωσις τί εἶναι; ὅτι χείληἀκόμη δὲν προφέρανε, οὔτ’ ἐγραψε κονδύλι·εἶναι ἐκεῖνο τὸ φιλὶ ποὺ μάνας δίνει στόμα,σὲ μονογυιὸ ποὺ πίστευε νεκρὸ κ’ ἐμπρός της βλέπει·εἶναι νερὸ στὴν ἔρημο, ἀνάστασις σὲ πτῶμακαὶ φῶς, ποὺ σχίζει τοῦ τυφλοῦ ἀνέλπιστα τὴ σκέπη!
— Φύλλα, Αχιλλέας Παράσχος (1876)

Even water is bought when you live abroad; only snow-covered ground comes free.

Μονάχος μέσ’ στὸ πέλαγος τῆς ξενητειᾶς γυρίζω·κἀνένας δὲν μὲ χαιρετᾷ, κἀνένα δὲν γνωρίζω.Δὲν μοῦ ἐχαμογέλασε, ὡς σήμερα, ἕνα στόμα,τὸ χέρι μου δὲν ἔσφιξε κἀνένα χέρι ἀκόμα·πληρόνω γιὰ νὰ πιῶ νερό, κλαρὶ νὰ ξενυχτήσω.Ἕνα μονάχα χάρισμα ἡ ξενητειὰ ἀφήνει·τρεῖς πήχαις χιονισμένης γῆς ἀπλέρωταις μᾶς δίνει!
— Φύλλα, Αχιλλέας Παράσχος (1876)

Φύλλα

Αχιλλέας Παράσχος, 1876

A Greek poet of the 1870s on exile, prison and inconsolable grief — poems on this list under a title that promises only leaves, written in a rhyming demotic that still lands hard.

Read pages from books like this, one at a time

BookFeed is a feed of real passages from real books. It learns what moves you and finds your next book.

Open BookFeed

Free, no sign-up.