Διηγήματα
Παύλος Νιρβάνας, 1930
Stories of insulted lovers, wounded sparrows and houses that outlive their owners, written by a doctor who watched people closely and forgave them laughing.
Pages from Διηγήματα that stand on their own, chosen for how they read today. The text is in the public domain.
The question that outlasted the coin: who was doing the giving?
Ο καημένος ο ζητιάνος δεν ήθελε να το πιστέψει: «Μήπως έκανες λάθος, παιδάκι μου; Για ρώτησε τους γονιούς σου. Δεν έχω όρεξη να με παίρνουν στις αστυνομίες για κλέφτη, μέρα που είναι». Του εξήγησα με τι τρόπο είχαμε μοιρασθεί το φλουρί της βασιλόπιτας. Ο γέρος έτρεμε τώρα περισσότερο. Μα έτρεμε από τη χαρά του. Σήκωσε ψηλά τ’ αρρωστημένα του μάτια και είπε: «Ο Θεός είναι μεγάλος. Να ζήσεις, παιδάκι μου, να σε χαίρονται οι γονείς σου. Και ο Θεός να σ’ αξιώσει να ’χεις πάντα όλα τα καλά, να τα μοιράζεις με τους φτωχούς και τους αδικημένους. Την ευχή μου να ’χεις». Μου ’δωσε την ευχή του, σήκωσε πάλι ψηλά, κατά τον ουρανό τα αρρωστημένα του μάτια και κατέβηκε, με το ραβδί του, τη σκάλα. Έτσι τέλειωσε η ιστορία του φλουριού της βασιλόπιτας εκείνη τη χρονιά. Από τότε πέρασαν πολλά χρόνια. What an empty room reveals that a full one never could.
Έπειτα έκαμα ένα γύρο ακόμη, στάθηκα στα ορθάνοιχτα παράθυρα, κοίταξα το περιβόλι μας καταπράσινο κι ανθισμένο, μέσα στο δροσερό φως, από την κρεβατοκάμαρη της μητέρας μου, και το πέλαγος απλώμενο, ήσυχο κι ακίνητο, με χρυσά σπιθηροβολήματα, κάτω από το παράθυρο το δικό μου. Μου ήρθε πάλι να καθίσω κοντά στο παράθυρο που περνούσα ώρες ολόκληρες, σα χαζός την ώρα που με στέλνανε να διαβάσω. Τι είχε να κάνει σα δε θα ήξερα αύριο το μάθημά μου; Δεν ήταν η πρώτη φορά! Δύο λευκά πανάκια χάνονταν στο πέλαγος μακριά, σβήνανε σιγά μέσα στα τελευταία σύννεφα του ορίζοντα. Έκαμα να πάρω την καρέκλα. Δεν ευρήκα τίποτα τριγύρω μου από τους τέσσερις τοίχους. Η ερημιά αυτή με τρόμαξε. Έφυγα, βιαστικά, με την ιδέα να μη ξαναγυρίσω πίσω. Πως ήθελα να ήμουν μαζί με τα λευκά πανάκια που φεύγανε στην άκρη του πελάγου! The one creature who refused to leave the house, and what her sleep asks of you.
Τράβηξα το δρόμο μου, με μια τρεμούλα στα γόνατα, μακριά από την ξένη πόρτα. Στο χαμηλό ταρατσάκι, δίπλα στη μάντρα, ένα ταρατσάκι που σκέπαζε τα δωμάτια του κηπουρού μας, ένα μαύρο κουλουριασμένο πράγμα, κοντά στη καπνοδόχο, μ’ έκανε να σηκώσω τα μάτια μου. Ήταν η χαϊδεμένη μας γάτα. Πάντα στην ίδια θέση, κοντά στην καπνοδόχο. Αυτή μονάχα δεν θέλησε να μας ακολουθήσει. Έμεινε πιστή στο παλιό σπίτι. Καμιά δύναμη δε μπορούσε να ξεκολλήσει το αδύνατο αυτό πλάσμα, από τη στέγη που γεννήθηκε. Και, δεν ξέρω πώς, το ασθενικό αυτό πλάσμα μού γέννησε κάποιο σεβασμό με την δύναμη της αγάπης του. Έκαμα να την φωνάξω, ν’ ακούσω το παραπονετικό νιαούρισμά της, να της πω ακόμα πως πέθανε ο καημένος ο πατέρας… Μα ο ήσυχος, ευτυχισμένος ύπνος της, μου φάνηκε σαν κάτι ιερό. Κάτω από την ωραία αστροφεγγιά. Την άφησα να κοιμηθεί κουλουριασμένη απάνω στο δώμα, δίπλα στην καπνοδόχο. The revenge that worked not by harming anyone, but by depriving them of an audience.
Eν τούτοις, οφείλομεν να κάμωμεν τιμητικήν εξαίρεσιν δια τον άνθρωπον, ο οποίος προ ολίγων ημερών επραγματοποίησε πρωτότυπον εκδίκησιν εις την Aκρόπολιν αυτήν της κοινοτοπίας, που είναι αι Aθήναι. Eίδατε από τας εφημερίδας, τί έκαμεν ο μεγαλοφυής αυτός. Eπήγε νύκτα εις την θύραν της απίστου και της ετοιχοκόλλησε μίαν επιγραφήν: «Eδώ υπάρχει ευλογιά». Tίποτε άλλο! Tο άλλο πρωί οι διαβάται επερνούσαν, εσταματούσαν, εδιάβαζαν και έφευγαν έντρομοι μακρυά. O γαλατάς δεν εκτύπησε την θύραν εκείνο το πρωί. O μανάβης δεν εσταμάτησεν. O γραμματοκομιστής, που έφερνε μίαν ερωτικήν επιστολήν, την εξανάβαλεν εις τον σάκκον του και έφυγεν. O νέος εραστής, μόλις επλησίασεν εις την γωνίαν του δρόμου και πριν παρελάση ακόμη υπό το θρυλικόν παράθυρον, ανέκρουσε με τρόπον πρύμναν και δεν εφάνη πλέον. Όταν η άπιστος αντελήφθη την συμφοράν και έστειλε να ξεσχίσουν την καταχθονίαν επιγραφήν, ήτο πλέον αργά. O προδοθείς εραστής είχεν εκδικηθή! What it means when grief recognises grief across a crowded bus.
Ἡ γυναῖκα σήκωσε τὰ μάτια της καὶ τοὺς κύταξε, σὰν νὰ κατάλαβε πὼς μιλοῦσαν γι’ αὐτὴν. Τὰ μάτια της ὅμως πέσανε ἀπάνω στὸν μελαχροινό. Τὰ κατάμαυρα μαλλιὰ καὶ γένεια, τὰ μάτια του μαῦρα σὰν τὴν πίσσα, σὰν ἕνα πένθος χυμένο ἀπάνω στὸ χλωμὸ πρόσωπο, τράβηξαν τὴ θλιμένη ψυχή της, σὰν νὰ ταίριαζαν μὲ τὸν πόνο της. Χαμογέλασε κ’ ἔσκυψε πάλι ἀπάνω στὸ μάτσο μὲ τοὺς μενεξέδες, καὶ ξανάρχισε μὲ τὰ λουλούδια τὴν ὁμιλία ποὺ εἶχε διακόψει. Why unhappiness recognises unhappiness, and what that recognition is worth.
Καί, μ’ ἕνα τέλειον β ο λ - π λ α ν έ, τὸ ὁποῖον οἱ ἄνθρωποι ἐδιδάχθησαν, ὡς γνωστόν, ἀπὸ τὰ πουλιά, εὑρέθη μέσα εἰς τὴν αὐλὴν τοῦ προσφυγικοῦ καταυλισμοῦ, κατάκοιτος στὸ χῶμα, ἀνίκανος νὰ κινηθῇ, ἕτοιμος ν’ ἀποθάνη. Ἀλλὰ δὲν ἄργησε νὰ βεβαιωθῇ ὅτι εὑρίσκεται μεταξὺ πονετικῶν ψυχῶν. Μία ἀτμοσφαίρα συμπαθείας καὶ ἀγάπης ἐσχηματίσθη γύρω ἀπὸ τὴν δυστυχίαν του. Οἱ ἄλλοι δυστυχισμένοι ἐννοοῦσαν τὸν πόνον του. Τὰ παιδάκια δὲν ἦσαν ἐκεῖ σκληρὰ καὶ ἄσπλαχνα, ὅπως τὰ ἄλλα παιδιά. Οἱ μεγάλοι δὲν ἦσαν κακοὶ καὶ ἀδιάφοροι. Ἀγαθὰ χέρια τὸν ἐσήκωσαν καὶ τὸν ἐχουχούλισαν. Καί, διὰ νὰ συμπληρωθῇ ἡ εὐτυχία του, μία ἀκόμη πονετικὴ ψυχὴ ἔσκυψε ἀπὸ πάνω του, ὡς Θεία Πρόνοια. Ἦταν ἡ ἀγαθὴ Πρόνοια καὶ τῶν ἄλλων δυστυχισμένων, ἡ δεσποινίς, ἡ διακονοῦσα τὴν Φιλανθρωπίαν εἰς τὸν προσφυγικὸν καταυλισμόν. The wisest response to betrayal may be to finish your lunch and leave.
Δι’ αυτό ακριβώς οι σοφώτεροι δεν περιπατούν πια επάνω-κάτω, μετά την προδοσίαν ή την εγκατάλειψιν, όπως ο μακαρίτης Bέρθερος, και δεν μελετούν μίαν εκδίκησιν. Σηκώνονται από το γεύμα, όπου εμισοτελείωσαν το φαγί των, σκουπίζουν το στόμα των με την πετσέταν, πληρώνουν και φεύγουν, ως να μη τους συνέβη τίποτε, αφίνοντες έναν άλλον ν’ αποτελειώση την μερίδα των. Έτσι διασώζουν την αξιοπρέπειάν των, χωρίς να μείνουν και εντελώς ανεκδίκητοι. Διότι γνωρίζουν ότι είναι εντελώς περιττόν να εκδικήται καθένας χωριστά την αιωνίαν γυναίκα. Δι’ αυτήν υπάρχουν οι εκ Θεού απεσταλμένοι εκδικηταί, που είναι οι Δον Zουάν όλων των τόπων και όλων των εποχών, και οι οποίοι δεν κάμνουν άλλο, παρά να εκδικούνται διαρκώς δια τον εαυτόν τους και δια τους άλλους. Παύλος Νιρβάνας, 1930
Stories of insulted lovers, wounded sparrows and houses that outlive their owners, written by a doctor who watched people closely and forgave them laughing.
Read pages from books like this, one at a time
BookFeed is a feed of real passages from real books. It learns what moves you and finds your next book.
Open BookFeedFree, no sign-up.