Χάρος
Γεράσιμος Μαρκοράς, 1898
Nineteenth-century Heptanesian poems on death, orphanhood and the dead we keep talking to — written by a poet who buried a brother and made elegy feel like tenderness.
Pages from Χάρος that stand on their own, chosen for how they read today. The text is in the public domain.
A father answers his child's questions about death, one by one, all of them impossible.
ΠΑΙΔΙ. Θέλω τὴ μάνα.ΠΑΤΕΡΑΣ. Ἐπέταξε καὶ στ’ ἄστρα πάει νὰ ζήσῃ.ΠΑΙΔ. Πῶς τόσο μάκρος ἄρρωστη δυνήθηκε νὰ σχίσῃ;ΠΑΤ. Ἔχουν φτερούγαις ἡ ψυχαίς.ΠΑΙΔ. Γιατὶ δὲν ταῖς ἁπλόνειΤότε ἡ δική μας, μὴν αὐτὴ τρέξῃ τ’ ἀστέρια μόνη;ΠΑΤ. Δὲν εἶναι μόνη· γύρω της φτεροκοποῦν ἀγγέλοι.ΠΑΙΔ. Ἄν ἄγγελό της μ’ ἔλεγε, κοντά της θὰ μὲ θέλῃ.ΠΑΤ. Ὤ! δίχως κάλεσμα Θεοῦ, ψηλὰ κἀνεὶς δὲν πάει.Κοιμήσου τώρα· ἡσύχασε.ΠΑΙΔ. Καὶ ποιός μοῦ τραγουδάει;ΠΑΤ. Ἐγώ, πουλάκι μου.ΠΑΙΔ. Ἐσὺ κλαῖς.ΠΑΤ. Ὄχι· ’ς ἐμὲ ἀπιθώσου. Grief gives you a script, and then the world asks you to perform it.
Ἐκεῖ ποῦ νόμοι ἀπόκρυφοιμᾶς ἔρριξαν μία μέραπρέπει, ἀκριβέ, νὰ σχίσωμετὸ μονοπάτι ὣς πέρα.Στὸ δρόμο ἢ βάτους εὕρωμεἣ μαλακὸ γρασίδι,ν’ ἀλλάξωμε ταξεῖδιδὲν εἶναι δυνατό.Κλάψε. Ἄν ὁ κόσμος ἄποναγυρεύει σταὶς χαραίς τουνὰ δείξῃς ἄλλο πρόσωπο,γῦρε γλυκὰ καὶ πές του: What waiting for a ship on the edge of the shore teaches about time.
Ἀλλὰ τὰ χέρια ὁπ’ ἄνοιξαστὸ στῆθος νὰ σὲ κλείσωγυρίσαν ἄδεια ὀπίσω,κ’ εὑρέθηκα στὴ γῆ.Σὰν ἕνας ὁποῦ κάθεταιεἰς τοῦ γιαλοῦ τὸ φρύδι,ἄσπρο πανὶ προσμένονταςγιὰ ποθητὸ ταξεῖδι,στὴν ἄκρη ἀπὸ τὰ χρόνια μουκατεβασμένος τώρα,θερμὰ ποθάω τὴν ὥραποῦ θὰ μὲ φέρῃ ἐκεῖ. Someone at a funeral interrupts the condolences with a question nobody dares answer.
Ποῦ πάω; - Διπλὸ παράπονοτοὺς πικραμένους παίρνει,ἄν ’ς ἑνὸς νέου τὸ λείψανοἄσπρο κεφάλι γέρνει.Ἄχ! - λένε, φανερόνονταςτὸ ψυχικό τους βάρος -εἶν’ ἄδικος ὁ Χάρος·θερίζει στὰ τυφλά.Τί ζηλεμένο χάρισμαἡ ἀθλία ζωή μας εἶναι,τὸ ξέρω ἐγώ, ποῦ σέρνομαιχρόνια πολλὰ σὲ αὐτήνε. A bride speaks from beyond the grave and refuses to be sad.
Ὦ κόσμε ποῦ μ’ ἐδέχτηκες,Γιὰ μὲ δὲν εἶσαι ξένος·Ἀπὸ τὴ γῆ σ’ ἀγνάντευεὉ νοῦς μου ἐρωτεμένος.Ὅλα τῆς γῆς τὰ θέλγητραΜὲ βλέμμα κρύο θωροῦσα,Μόνον στὰ κάλλη ἐζοῦσαΠοῦ μὤδειχνες ἐσύ.Ὄχι, δὲν ἦταν ὄνειρο,Γλυκειά, πλανήτρα ἐλπίδα·Ζῶ καὶ ἀναπνέω ταὶς αὔραις σου,Παντοτεινὴ πατρίδα! What it looks like when grief moves into the body and stays there.
’Σ ὅλη τὴ φύση ξένη,ὡς πέτρινη μορφή,στὰ χόρτα καθιστὴμία κόρη μένει.Πῶς πνέει ζωῆς ἀέριτὸ βλέπεις μοναχὰσὰν κάποτες ἀργὰκινάει τὸ χέρι.Σά, μὲ σβυσμένη γνώση,κατόπι τὴ θωρεῖςμία φοῦχτα χλόη τῆς γῆςνὰ ξερριζώσῃ. A poem that dares to ask God to have unmade the world.
Τὴν ἅγια νύχτα πὤφυγες,ἡ τυφλωμένη γνώσηδὲν ἐδυνήθη ὀπίσω σουψηλὰ νὰ μὲ σηκώσῃ.Παντοῦ μὲ φρίκη, ἀνάμεσαστοῦ πόνου τὰ σκοτάδια,θωροῦσα κρύα σημάδιαθανάτου καὶ φθορᾶς.Τόσο στερνά, ζητῶντας σε,τόσο ἡ καρδιά μου ἐχτύπα,ποῦ στὴν ὁρμὴ τοῦ πόθου της,μετανοιωμένος εἶπα: Dread is not always invisible; sometimes it arrives announced, at night, among stars.
Δυὸ κόρες πρόβαλαν,κ’ ἐνῷ θωροῦσαντ’ ἄστρα, ποῦ ἀμέτρηταφεγγοβολοῦσαν,τὰ χείλη ἀνοίγονταςκαὶ τὴν ψυχή της,εἶπε ἡ μικρότερηστὴν ἀδελφή της:- Εἶμαι κατάκαρδαθλιμμένη ἐγώ.Τούτη ποῦ μ’ εὕρηκεδὲν εἶναι μίαθλίψη ἀνεξήγητη,δίχως αἰτία.Ὁ νοῦς μερόνυχταμοῦ παρασταίνειτοὺς νέους, ποῦ πνίγηκανστὴ Βουλιαγμένη,καὶ ναὔρω άνάσασηδὲν ἠμπορῶ.Πρὶν φέξῃ σήμεραμία μόνη ἀχτίδα,στὸν ὕπνο ξέπλεκαιςγυναίκαις εἶδα·καὶ τ’ ἄϋλα πλάσματα,σὰ νἆταν ἕνα,μοὖπαν: Γιὰ μάνα σουθέλεις ἐμένα,ποῦ τὸ πνιγμένο μουτέκνο θρηνῶ; For once, grief is invited to keep quiet.
Ἐνῷ στ’ ἀθῷα σου βλέμματαμὲ πλάνη τούτη ἐγέλα,σοὖπαν γλυκὰ οἱ χρυσόφτεροι:- Ἔλα μαζί μας, ἔλα! -καί, παραιτῶντας πρόσκαιρατὰ οὐρανικὰ παλάτιασοῦ ἐκλείσανε τὰ μάτιαστὸν ὕπνο τοῦ Χριστοῦ.Σὰν ποιός, γιὰ τὴ φιλάνθρωπηἀδελφική τους πράξη,τώρα τολμάει τὸν ὕπνο σουμὲ θρήνους νὰ ταράξῃ; The poem tells the grieving to stop looking at their grief for a moment.
Γυρίστε, πικραμένοι, ὅλοι τὸ μάτιἐκεῖ ποῦ ροδοπρόσωπη χαράζειμέρα γλυκειὰ σὲ ὁλόχρυσο κρεβάτι·νά! τὸ πουλάκι ὁποῦ ξυπνάει σᾶς κράζει.Ἄν ὅπου ἡ μαύρη νύχτα εἶναι φευγάτηδάκρυ ὁ καϋμὸς θ’ ἀκολουθάῃ νὰ βγάζῃ,ἄς τρέχῃ ὡς αὐγινὴ στάλα δροσάτη,ποῦ τὸ στεγμὸ χορτάρι ἀναγαλλιάζει.Ἐκεῖ θ’ ἀκοῦτε ανάσαση νὰ φέρῃστοῦ πόνου ποῦ σᾶς καίει τ’ ἁψὺ φαρμάκιἕνα γλυκὸ βαλσαμωμένο ἀέρι. Γεράσιμος Μαρκοράς, 1898
Nineteenth-century Heptanesian poems on death, orphanhood and the dead we keep talking to — written by a poet who buried a brother and made elegy feel like tenderness.
Read pages from books like this, one at a time
BookFeed is a feed of real passages from real books. It learns what moves you and finds your next book.
Open BookFeedFree, no sign-up.