BookFeed Ελληνικά

Passages from 1935

Pages from 1935 that stand on their own, chosen for how they read today. The text is in the public domain.

A man confesses he loves his own life without any dignity.

Δὲν εἶμαι ἕνας σοβαρὸς ἄνθρωπος· ἡ γνώμη μου θὰ ἔπρεπε νὰ μὴν εἶναι ὑπολογήσιμη ἀπὸ τοὺς συνανθρώπους μου, ὁ βίος μου θὰ ὤφειλε νὰ περνάει ἀπαρατήρητος παρ’ ὅλες τὶς προκλητικές, ἀνούσιες, φωνές του, νὰ μὴ σηκώνει τὴν περιέργεια πίσω του σὰν σκόνη. Εἶμαι ἕνα ζῶο χωρὶς ἀξιοπρέπεια. Οἱ ἀγάπες μου εἶναι φτηνές. Τρέφω ἕνα σπασμωδικὸ ἔρωτα γιὰ τὴν ὕπαρξή μου, γιὰ τούτη τὴν ὑπόθεση ποὺ δὲν ἐξοφλεῖται σὲ μιὰ μέρα μέσα· μήτε σ’ ἕνα μῆνα, μήτε σὲ χρόνο, καὶ μᾶς ἀκολουθεῖ πρὸς τὸ ἄπειρο μὲ τὸ περιττό βάρος της.
— 1935, Γιώργος Σαραντάρης (1935)

She asks his permission to die, and he cannot understand why.

Μοῦ εἶπες· — Θέλω νὰ πεθάνω, ἀλλὰ νὰ μοῦ τὸ ἐπιτρέψεις κ’ ἐσύ! — Δὲν καταλαβαίνω αὐτὸν τὸν φόβο τοῦ θανάτου, αὐτὴν τὴν ἐπιθυμία τῆς συγκατάβασης τοῦ ἄλλου ἀγνάντια στὸ θάνατο. Γιατὶ ἐγὼ εἶμαι ὁ ἄ λ λ ο ς γιὰ σένα ὅταν ἐκλέγεις κάτι τὸ σοβαρό, καὶ μοναχή σου παίρνεις ἀπ’ τὰ μαλλιὰ τὴν τύχη. Εἶμαι ὁ ἀνυπόφορος ἄλλος, ὁ ἀπροσκάλεστος μάρτυρας. Ἐσὺ φροντίζεις νὰ μὴ γίνει ἀντιληπτὸ τὸ πέρασμά σου, ἔτσι, ποὺ καὶ ἡ κατοπινὴ ἐξαφάνιση νὰ εἶναι ἕνα γλιστρημα στὸ κενό· γιὰ νὰ μὴ θορυβηθεῖ ὁ ὑφιστάμενος κόσμος. Ἀλλὰ τότε γιατὶ προστρέχεις σ’ ἐμένα, τὸν τυχαῖο σύντροφο, καὶ ζητᾶς τὴ γνώμη μου; Ποιὰ καλοπροαίρετη συμβουλὴ μπορῶ ἐγὼ νὰ σοῦ προσφέρω;
— 1935, Γιώργος Σαραντάρης (1935)

In a conversation of pure minds, only her hair is still alive.

Ὤ, αὐτὴ ἡ κουβέντα ἀνάμεσά μας, σὲ τέτοια οἰκειότητα ψυχῆς ποὺ ὁ καθένας νομίζει πὼς μιλᾶ μὲ τὸν ἑαυτό του, δὲν ἀποτελεῖ ἀ σ έ β ε ι α πρὸς τὰ σώματά μας, ποὺ ὑποχρεώνονται νὰ ἀπουσιάζουν; Μὲ ἀκοῦς, κι ἀπὸ τὸ σῶμα σου μονάχα τὰ μαλλιὰ ζοῦν· τὰ μάτια σου ἀσπάζονται τὶς ἰδέες, γίνονται ἥσυχα κοίτη ποὺ δὲν μολύνεται ἀπὸ σπέρμα· ἀλλὰ τὰ μαλλιά σου θυμοῦνται τὰ παρήγορα χάδια, φέρνουν ἀκόμα ροὴ αἰσθήσεων ἀνέμους ἀνατριχιάσματα. Καὶ ξέρω ὅτι μπορῶ νὰ τὰ φιλήσω κ’ ἂν τὰ φιλήσω, ξαναρχινάω ὁλάκερη τὴ ζωή μου ἀποκτάω ξανὰ τὴν ἀθωότητα τῆς περιπέτειας.
— 1935, Γιώργος Σαραντάρης (1935)

The past forgets the promises it made to you.

Ἡ ψυχή μας καταστρέφεται στὰ δάκρυαγιατὶ ὁ χρόνος φέγγει ἐρείπια ὁλοῦθεκαὶ προσμένουν τὰ ἔμβρυα τῆς ἀγάπηςποὺ κρέμουνται στὸ κενὸ ἀθῶα·τὸ λάγνο παρελθὸν ἀλησμονάειτὰ ὑποσχεμένα δῶραποὺ κείνη ἐποθοῦσεμ’ ἀνοιχτὲς τὶς ἀγκάλεςἀλησμονάει κι ἀποκοιμιέταικατεβάζει τὰ σύννεφα ὣς ἐδῶ.
— 1935, Γιώργος Σαραντάρης (1935)

The moment you suspect your own fear has been living your life.

Ἄξαφνα ὑποπτεύθηκε μιὰ μέρα, πὼς ἡ ἀναγνωρισμένη δειλία του θὰ τὸν ἐμπόδιζε νὰ ζήσει τὴ ζωὴ ἐκείνη, ποὺ χρέος καὶ χαρά μας εἶναι νὰ πλησιάσουμε, νὰ ὑποτάξουμε τὸν ἑαυτό μας σ’ αὐτή· τὴ ζωὴ ὅλων τῶν ἀνθρώπων, ποὺ ζήτησαν καὶ δικαιολόγησαν τὴ γέννησή τους.
— 1935, Γιώργος Σαραντάρης (1935)

We keep our clear-sightedness like jewellery, and it costs us the sea.

Γιατὶ δὲν ἐπιστρέφουμε κεῖ ἀπ’ ὅπου ξεκινήσαμεΓιατὶ δὲν θὰ ρίξουμε στὸ γκρεμνὸ τοὺς κόπους καὶ τὶς φοβέρες μαςΓιατὶ δὲν θὰ γίνουμε ξανὰ μαθητές;Φοβούμεθα μήπως ἐξασθενήσει ἡ περιωπὴ τῆς ὅρασηςΠοὺ κατέχουμε σὰν κόσμημα πλούσιο καὶ ἀκριβὸἢ μᾶς τρομάζει μιὰ ἀλλόκοτη καὶ πείσμονη ἔγνοια·ὁ χρόνος νὰ φύγει νὰ σβήσει κάτω ἀπ’ τὰ πόδια μας;Ἴσως ὁ νοῦς μας γυρεύει μιὰν ἀνοιξιάτικη ἀγκαλιὰΜιὰ γαλήνη οὐρανοῦ μιὰ καλοσύνη θάλασσαςΘέλει τὸ αἴσθημα τῆς χαρᾶςΠοὺ μακριὰ ἐγκυμονεῖ ἡ μέραΝὰ κρύβεται κάτω ἀπὸ τὰ δέντρα καὶ χλόηΝά τρέχει πίσω ἀπὸ τά σύννεφα.
— 1935, Γιώργος Σαραντάρης (1935)

Looking at someone long enough can feel like being saved.

Ὅταν σὲ ἀγαπάω, καὶ γέρνω τρυφερὰ πρὸς τὴν ὕπαρξή σου· ὅταν συνηθίζω τὰ μάτια στὸ νὰ σὲ ἀγναντεύω, νὰ τηρῶ τὸ πρόσωπό σου σὰν μιὰν εἰκόνα ὅπου σμίγουν τὸ φῶς κι ὁ πόθος, ἀνακαλύπτω —ἀργὰ ἀλλὰ ὥριμα — ἕνα αἴσθημα σωτηρίας στὴν ἐπιθυμία μου νὰ ξαπλώνω τὸ χέρι μου πρὸς ἐσένα.
— 1935, Γιώργος Σαραντάρης (1935)

There is a kind of innocence available only in the morning.

Ακόμα ζωΒλέπω τα πράματαΠιάνω την επιφάνεια,Κι ο κόσμος στοχάζεταιΓαλάζιους καιρούς·Τίποτα δεν μου βαραίνειΤη γνώμη,Έρχομαι από αυγήΑπό αθώοΧρώμα χεριούΚι αγαπάω τα μάτιαΑνάμεσα στα ζώα,Η επαφή τουςΜ’ ενθαρρύνει,Ανοίγει τη σκιά.
— 1935, Γιώργος Σαραντάρης (1935)

Dusk arriving is also a kind of quieting.

Το μούχρωμα κατεβαίνειαπό πανύψηλα δέντρακαι πιάνει την παντοτινή ουσίαγλυκαίνει τα φυλλοκάρδιατης φύσης τα φύλλα που ξερίζωσανΤα χαμένα πουλιά τραγουδάνεαλλά δεν ακούγονται εδώο ουρανός συμμάζεψε πάσα σιωπήσταμάτησε στο σημείο τα χάδια τουλιγώθηκε σε μια κόχη γης.
— 1935, Γιώργος Σαραντάρης (1935)

1935

Γιώργος Σαραντάρης, 1935

A young Greek poet and diarist writes to a woman he loves and to his own disappearing self, in verse and feverish prose, months before his early death.

Read pages from books like this, one at a time

BookFeed is a feed of real passages from real books. It learns what moves you and finds your next book.

Open BookFeed

Free, no sign-up.