BookFeed English

Αποσπάσματα από το «Στα μυστικά του βάλτου»

Σελίδες από το «Στα μυστικά του βάλτου» που στέκονται μόνες τους, διαλεγμένες για το πώς διαβάζονται σήμερα. Το κείμενο ανήκει στο κοινό κτήμα.

Η θλίψη δεν τελειώνει με λόγια, αλλά με ίσιωμα των ώμων.

Τον έθαψαν ξημερώματα. Μια καμπουρίτσα από χώμα, με πέτρες ολόγυρα, ήταν όλος ο τάφος. Στο κεφάλι, προς την ανατολή, έστησαν ένα σταυρό ξύλινο, αροκάνιστο, που τον είχε καρφώσει ο Θανάσης τη νύχτα, με δυο σανιδάκια που βρέθηκαν εκεί. Όρθιος εμπρός στον τάφο στέκουνταν ο Βασίλης, το άσπρο του κεφάλι γερμένο, τα μαύρα του φρύδια ενωμένα. Πλάγι του, με το κεφάλι σκυφτό, σα να καταλάβαινε τη θλίψη και το πένθος, κοίταζε και ο Μάγκας το νωπό στρογγυλεμένο χώμα που σκέπαζε το φίλο του. Μια ηλιακή αχτίδα διαπέρασε το πυκνό φύλλωμα των δέντρων, κι έπεσε στο πρόσωπο του Βασίλη. Σα να ξύπνησε από άσχημο όνειρο, σήκωσε κείνος το κεφάλι. Κοίταξε τον ουρανό, ολόφωτο κιόλα, τα δέντρα και τα χαμόδεντρα, την πλούσια φυτεία γύρω του... Με τα δυο χέρια έσπρωξε τα μαλλιά του πίσω, όρτσωσε τη ράχη του, ίσιασε τους ώμους του.
— Στα μυστικά του βάλτου, Πηνελόπη Δέλτα (1937)

Κάθε ήχος στον βάλτο μπορεί να είναι σύνθημα ή παγίδα.

Σε λίγα λεπτά είχε ερημωθεί η Μικρή Καλύβα. Μια πλάβα προπορεύουνταν, ξεγλιστρώντας σιωπηλά στ’ ακίνητα νερά, με δυο τρεις άντρες οπλισμένους, που κρυφάκουαν τους κρότους της Λίμνης, τα μάτια ανοιχτά, η προσοχή τους όλη εντατικά στραμμένη στις σκιές των καλαμιών, σε κανένα φώναγμα νερόκοτας ή τρίξιμο κουπιού. Και πίσω, αράδα, κοντά η μια στην άλλη, ακολουθούσαν, μαύρη σειρά, οι κατραμωμένες πλάβες, με τους οπλισμένους άντρες σιωπηλά βουτώντας τα πλατσιά, χωρίς μιλιά ούτε ψίθυρο, σκοτεινά, κρυφά, σα φαντάσματα σκιερά. Κάθε θάμνος μπορούσε να κρύβει καρτέρι κομιτατζήδων, κάθε φώναγμα πουλιού ή αγριμιού να είναι σύνθημα, κάθε στροφή παγάνα. Κανένας δεν κάπνιζε. Ο καθένας, με το χέρι στη σκανδάλη, παραμόνευε.
— Στα μυστικά του βάλτου, Πηνελόπη Δέλτα (1937)

Μια λίμνη που καταπίνει όποιον κυνηγάει ο νόμος.

Η λίμνη των Γιαννιτσών ήταν τέλειο κρυσφύγετο για κάθε καταδιωγμένο, αντάρτη, ανυπότακτο, κατατρεγμένο, δραπέτη ή ληστή. Λίμνη μεγάλη, ξεχειλισμένη το χειμώνα σαν κατέβαιναν τα νερά από τα βουνά Βέρμιο, Νίτσε και Πάικο, βάλτος το καλοκαίρι που στέρευαν τα ποτάμια. Σκεπασμένη από πυκνή πράσινη φυτεία το καλοκαίρι, δάσος από ξερά καλάμια το χειμώνα, κλεισμένη πυκνοφυτεμένη, απρόσιτη, σχεδόν απόρθητη. Τούρκικος στρατός ποτέ δεν είχε μπει στη Λίμνη, που ήταν γνωστή ως καταφύγιο ληστών.
— Στα μυστικά του βάλτου, Πηνελόπη Δέλτα (1937)

Ένας βάλτος τόσο γεμάτος ήχους, που γίνονται μουσική.

Εδώ κι εκεί δέντρα ατροφικά, ρακίτα όπως τα ’λεγαν οι ψαράδες, βλάστιζαν αραιά και πού. Κάπου κάπου καμιά ιτιά έγερνε το πένθιμο φύλλωμά της. Ακόμα και οξιές, που στο δυτικό μέρος της Λίμνης δάσωναν την ακρολιμνιά, ασφάλιζαν στους κομιτατζήδες που την είχαν καταλάβει άσυλο και βέβαιη ατιμωρησία. Επίσης, από ζωή έβριθε η Λίμνη. Ψάρια και χέλια, βατράχια και νερόφιδα κατά μυριάδες στα νερά της! Νερόκοτες (κουκλικές, όπως τις λένε οι ντόπιοι), αγριόπαπιες, αγριόχηνες και άλλα πουλερικά, αγρίμια, αλεπούδες, κουνάβια, αγριόχοιροι, ακόμα και λύκοι που κατέβαιναν ως εκεί το χειμώνα, γέμιζαν τη Λίμνη ψίθυρα, κακαρίσματα, πιπίσματα, τσιρίγματα, ουρλιάσματα, σουσουρίσματα, μουρμούρες, κρότους γνωστούς και άγνωστους, που πολλαπλασιάζουνταν στα σιωπηλά νερά της, της έδιναν όψη μυστηριώδικη και φαντασμαγορική.
— Στα μυστικά του βάλτου, Πηνελόπη Δέλτα (1937)

Τι φανερώνουν οι αρβύλες ενός ανθρώπου πριν μιλήσει;

Πήγαιναν σιωπηλοί, παπάς και Αποστόλης, ο πρώτος βαστώντας ψηλά το ράσο του, ο δεύτερος λαφρύς κι ευλύγιστος, με την ακούμπωτη κάπα του ριχμένη στους ώμους. Ήταν σκοτεινή νύχτα. Μα τα γατίσια μάτια του Αποστόλη έβλεπαν τη νύχτα όσο και την ημέρα. Με περιέργεια παρατήρησε τις αρβύλες του παπά, χοντρές, γερές, από την πόλη αγορασμένες, που δεν ταίριαζαν με τα τουζλούκια και το μακεδονίτικο μπενιβρέκι που φαίνουνταν κάτω από το ανασηκωμένο του ράσο. Ήταν μεγαλόσωμος και ξερακιανός. Πρέπει να ήταν χεροδύναμος πολύ. Περνούσε μες στις λάσπες με μεγάλα αποφασιστικά βήματα, που δε θα ήταν εύκολο να τα διακόψεις αν δεν ήθελε ο ίδιος.
— Στα μυστικά του βάλτου, Πηνελόπη Δέλτα (1937)

Ένας παράδεισος που γεννά και πυρετό.

Ήταν ηλιακό μαϊάτικο πρωινό. Ο Βάλτος, ολοπράσινος, βούιζε από ζωή, πουλιά, αγρίμια, έντομα. Τα νούφαρα, τα καλάμια, τα χλωρά ψαθιά και οι πλατύφυλλες λαπατιές, παράβγαιναν στο συνορισιό, ποιο θα φουντώσει πυκνότερα, ποιο θ’ απλώσει πλατύτερα τα φουσκωμένα από χυμούς κλωνάρια του. Νερόφιδα και ψάρια, χέλια, βατράχια, βδέλλες, μερμήγκιαζαν στο νερό. Πεταλούδες και χρυσόμυγες, βρωμούσες και ζουζούνια όλων των ειδών, πετολογούσαν δώθε και κείθε. Και παντού, μες στα κλαριά, στην επιφάνεια του νερού, ψηλά, χαμηλά, στα καλάμια, στους βάτους, στα ραγάζια, σμήνος βούιζαν κουνούπια, άγρια, επιθετικά, μεταφέροντας στο λεπτό τους κεντρί τον πυρετό και το θάνατο, όπου κάθιζαν.
— Στα μυστικά του βάλτου, Πηνελόπη Δέλτα (1937)

Μάτια που προστάζουν ακόμα κι όταν χαμογελούν.

Ο μικρός δεν αποκρίθηκε. Τα μεγάλα αμυγδαλωτά του μάτια περιφέρουνταν στο πρόσωπό της με περιέργεια και θαυμασμό. Ήταν ως είκοσι χρονών κορίτσι, ψηλή, λυγερή σαν καλαμιά, με πυκνά μαύρα μαλλιά, πλεξούδα κυκλική, σα διάδημα πάνω από το μέτωπό της, και μάτια καστανά, σχεδόν χρυσά, που άστραφταν ζωηρά, επιβλητικά, από μέσα από τα μαύρα της ματόκλαδα. Η κυρία Ηλέκτρα ήταν μαθημένη να την υπακούουν. Και τα μάτια της πρόσταζαν, ακόμα και όταν σώπαιναν τα χείλη της, ακόμα και όταν χαμογελούσαν μητρικά, όπως τώρα. Άπλωσε το χέρι της - ένα άσπρο λιγνό χέρι, με μακριά, λεπτά δάχτυλα - και χάιδεψε το μέτωπο του μικρού.
— Στα μυστικά του βάλτου, Πηνελόπη Δέλτα (1937)

Η σιωπή μετά τα πυρά έχει άλλον ήχο.

Ο γέρος επέστρεφε. Είχε δει τα δυο πτώματα. Δεν ήταν του Τάνε. Ήταν δυο ακόλουθοί του. Ο Τάνε κάηκε ή γλίτωσε. Μα οι αντάρτες είχαν νικήσει, πέντε έξι σπίτια είχαν καεί, οι χειρότεροι κομιτατζήδες είχαν πέσει, οι άλλοι έφευγαν, κρύβουνταν, παραδίνουνταν. Η μάχη είχε κοπάσει, το τουφεκίδι ολοένα λιγόστευε, κάπου κάπου μακριά ακούονταν κανένα δυο πυροβολισμοί, και πάλι σώπαιναν. Τ’ αγόρια βγήκαν στο δρόμο. Παντού ερημιά, τρόμος, σιωπή. Τα παράθυρα όλα κλειστά, και οι πόρτες επίσης. Κάπου κάπου ένας θρήνος γυναικείος ακούονταν πίσω από τα ξύλινα κανάτια. Και πάλι απλώνουνταν σιωπή.
— Στα μυστικά του βάλτου, Πηνελόπη Δέλτα (1937)

Δύο άνθρωποι συναντιούνται σ’ έναν βάλτο χωρίς να μιλήσουν.

Είχαν φθάσει στη νερόσκαλα, κι εκεί χωρίστηκαν. Ο Αποστόλης πήδηξε στο χώμα. Οι άντρες γύρισαν πίσω και ο Αποστόλης τράβηξε δεξιά, κατά τον κάμπο. Παντού μοναξιά. Άνθρωπος δε φαίνουνταν. Αργά πήγαινε ο Αποστόλης, ώσπου απομακρύνθηκε και χάθηκε η πλάβα πίσω από τα καλάμια. Τότε στάθηκε κείνος κι έβγαλε ένα σιγανό ούρλιασμα τσακαλιού. Και κάθισε μπρος σ’ ένα βάτο από αγκαθωτά παλιούρια και περίμενε. Έξαφνα, στα πόδια του σχεδόν μπροστά, σηκώθηκε ένα παιδί, και μ’ έναν πήδο βρέθηκε πλάγι του κι έπεσε ανακούρκουδα, μαδώντας με την κάπα του μερικά φύλλα της παλιουρίας πίσω του.
— Στα μυστικά του βάλτου, Πηνελόπη Δέλτα (1937)

Η πιο μικρή βάρκα κουβαλά τον πιο ανυπεράσπιστο επιβάτη.

Μια πλάβα ξεπρόβαλε από πυκνά φυλλώματα, βγήκε στη νερομάνα που κυλούσε αργά, ανατολικά. Όρθιος μες στην πλάβα στέκουνταν ένας άντρας αρματωμένος ως τα δόντια, και άλλος, με κάπα, κάθουνταν στο κουπί. Συνάμα, από το αντικρινό μέρος του νερού, άλλη πλάβα χώρισε και τσάκισε μερικά καλάμια και βγήκε και αυτή στ’ ανοιχτά. Μέσα ήταν μόνο δυο παιδιά. Το μικρότερο χλωμό, λιγνό, ξαγρυπνισμένο, μόλις κρατιούνταν με τα δυο του χέρια στην κουπαστή της πλάβας.
— Στα μυστικά του βάλτου, Πηνελόπη Δέλτα (1937)

Διάβασε σελίδες από βιβλία σαν αυτό, μία τη φορά

Το BookFeed είναι μια ροή με αποσπάσματα από βιβλία. Μαθαίνει τι σου αρέσει και σε βοηθά να βρεις το επόμενο βιβλίο σου.

Άνοιξε το BookFeed

Δωρεάν, χωρίς εγγραφή.