BookFeed English

Αποσπάσματα από το «Ο ζητιάνος»

Σελίδες από το «Ο ζητιάνος» που στέκονται μόνες τους, διαλεγμένες για το πώς διαβάζονται σήμερα. Το κείμενο ανήκει στο κοινό κτήμα.

Ένας τοίχος, είκοσι μπαστούνια, είκοσι χρόνια ταξίδια — κι ένα που πονάει ακόμη.

Και ο γερωζήτουλας στο μελαγχολικόν αυτό γοργογύρισμα του νου απάντησεν έξαφνα τα δικά του ταξίδια. Συγκινημένος εγύρισε τον αντικρυνό τοίχο κι εστύλωσε τα μάτια του ακίνητα. Ένα με τ’ άλλο εκρέμονταν εκεί ολάκερα είκοσι μπαστούνια, που αντιπροσώπευαν είκοσι ταξίδια, δυο και τρία χρόνια το καθένα. Κι εύρισκε τώρα σε καθενός την στάση και την έκφραση ολόγραφη την ιστορία των ταξιδιών του. Το πρώτο στην δεξιά του τοίχου άκρη, ένα μικρό και λιανό μπαστουνάκι, σπασμένο σε δύο, κλαψιάρικο, χαμένο και ηλίθιο, έλεγε την εποχή, που μικρός και άμαθος έκαμε το πρώτο ταξίδι κάτω από την άγρυπνην επιτήρηση του πατέρα του. Έχασε τότε τη σακκούλα με τα κέρδη και ο γέροντας έσπασε στη ράχη το μπαστούνι του και τον έβαλεν έπειτα να το κρεμάση στον τοίχο για ενθύμηση.
— Ο ζητιάνος, Ανδρέας Καρκαβίτσας (1896)

Πώς ένα χωριό μαθαίνει να κάνει αριθμητική με τα παιδιά του και το λέει μέλλον.

Από τις γυναίκες οι περισσότερες έμειναν εντελώς αδιάφορες. Ήξευραν ότι έπρεπε να γεννήσουν κι εγεννούσαν, χωρίς να φροντίζουν για το βρέφος τους. Οι άντρες με την απάνθρωπή τους πράξη και με τους χρηματιστικούς υπολογισμούς κατόρθωσαν να ξερριζώσουν λίγο κατ’ ολίγον από μέσα τους το μητρικόν αίσθημα, το λαθροκρυμμένο από γενεάς γενεών στα γόνιμα στήθη κάθε γυναίκας και να φυτέψουν άλλο. Και το άλλο αυτό ήταν το συμφέρον. Λίγο ήταν τάχα να συνάζη κανείς δύο και τρεις χιλιάδες δραχμές τον χρόνο από τα παιδιά του; Θα χτίσουν με αυτές σπίτι μεγάλο και θα λογαριάζονται στο χωριό! Έπειτα μήπως θα πάθαιναν τίποτε τα παιδιά! Θα ζούσαν και θα παραζούσαν και θα ήταν εύκολο να βγάζουν χρήματα ό,τι ώρα ήθελαν!...
— Ο ζητιάνος, Ανδρέας Καρκαβίτσας (1896)

Ο μεγάλος ζητιάνος δεν μετριέται με τα χρήματα, αλλά με τα τρία νομίσματα του ίδιου του πατέρα του.

Το είπε και το έκαμε. Έπειτ’ από δύο χρόνια εγύρισε τον Αύγουστο, ανήμερα της Παναγίας, που πανηγυρίζει το χωριό. Κι εγύρισε με πολλά κέρδη. Αλλά δεν ήταν αυτό κατόρθωμα. Όλοι όσοι γυρίζουν από ταξίδι, με χρήματα γυρίζουν. Ο Τζιριτόκωστας εκατόρθωσεν άλλο. Μέσα στο χωριό του, ενώ οι άντρες όλοι αψεδάγιστοι στο σώμα και τη φορεσιά εχοροπηδούσαν στο χοροστάσι με τις γυναίκες τους πλουσιοστολισμένες, αυτός άθλιος και παραλλαγμένος, τρεις ημέρες εγύριζεν ανάμεσά τους κι εδεχόταν τα ελέη τους. Τρεις φορές τον ελέησεν ο ίδιος ο πατέρας του. Θα το πάθαινε και τέταρτη, αν ο Τζιριτόκωστας δεν επροδινόταν μόνος από τη μεγάλη συγκίνηση.
— Ο ζητιάνος, Ανδρέας Καρκαβίτσας (1896)

Δύο γυναίκες περιμένουν ένα καμένο νεφρό να τους πει αν το παιδί που κουβαλά είναι αγόρι.

Αλλ’ αντίθετα με την επιθυμία της, το νεφρό άρχισε τώρα λίγο κατ’ ολίγο να μαυρίζη και να χύνη παντού τη μυρουδιά του καϊμένου κρεάτου. Έπειτ’ άρχισε να κοκκινίζη, παρόμοιο με τα περίγυρα κάρβουνα· έπειτα λίγο κατ’ ολίγον, από την περιφέρεια πάντοτε στο κέντρο, ν’ ασπρίζη και να γίνεται στάχτη, σαν τη χωνεμένη χόβολη. Έως ότου τη χόβολη εκείνη από τη μία μεριά ο άνεμος και από την άλλη η λάβρα, μ’ ένα ξεφύσημα, σαν τελευταίο ψυχομάχημα, και με λίγον καπνό, την ετίναξε ψηλά στην ανοιχτή καπνοδόχη της σκεπής κι εξαφάνισε κάθε σημάδι του νεφρού. – Άει στο διάβολο, τύχη τζαναμπέτα!... εβρυχήθηκε τότε ακράτητη η Κρουστάλλω.
— Ο ζητιάνος, Ανδρέας Καρκαβίτσας (1896)

Ένας άνθρωπος μετρά τις γυναίκες που έστειλε σιωπηλά στον τάφο και αναρωτιέται μόνο αν μπορούσε να αρνηθεί.

Αλλ’ έξαφνα εστάθηκε συλλογισμένος. Ήξευρε πολύ καλά αυτός την επικίνδυνη ενέργεια της σκόνης, που έδινε τώρα, για ν’ αλλάξη δήθεν το είδος του εμβρύου μέσα στη μήτρα της χωριάτισσας. Δεν ήταν τίποτ’ άλλο παρά σκόνη εκτρωτική. Συχνά την είχε πουλήση αντί μεγάλης αμοιβής σε κορίτσα κρυφογκάστρωτα κατά το μακρύ ζητιανικό του στάδιο. Πολλών άνομες σπορές ετίναξεν ασώματος έξω από τις μήτρες· αλλά και πολλά σώματα έστειλε πάρωρα στον τάφο. Το ήξευραν· αλλά και τι να κάμη; Ημπορούσε ν’ αρνηθή την υπερεσία του, αφού την εζητούσαν και μάλιστα με τόση πληρωμή!
— Ο ζητιάνος, Ανδρέας Καρκαβίτσας (1896)

Η τιμή ενός σακατεμένου παιδιού και ένας έμπορος που δεν χρειάζεται πια να φύγει από το σπίτι.

Αφ’ ότου όμως ο Τζιριτόκωστας άρχισε το διαμετακομιστικό ζητιανοεμπόριό του στο εξωτερικόν και πολλοί τον εμιμήθηκαν, η απαίτησις των γονέων έγινεν ακριβότερη και η υπόληψίς τους εμεγάλωσε. Από δεκαπέντε και είκοσι δραχμές, που έπαιρναν πριν κατά μήνα, τώρα εζητούσαν πενήντα κι εξήντα και ήθελαν να επισημοποιείται με συνάλλαγμα η πράξις τους. Τι άλλο καλύτερο ευτύχημα, παρά να είνε κανείς πατέρας τριών-τεσσάρων σακατεμένων παιδιών; Με αυτά ημπορούσε χωρίς να κινηθή από τον τόπο του, χωρίς το δαχτυλάκι του να σηκώση, να γίνη πλούσιος.
— Ο ζητιάνος, Ανδρέας Καρκαβίτσας (1896)

Ένας τελωνοφύλακας βλέπει την αυγή να χαράζει πάνω από τα Τέμπη και τη βρίζει που του τελειώνει τη νύχτα.

Στη δύση, ανάμεσα σε μια διχαλωτή κορφή, επάνω από τη θεοσκότεινη σχισματιά των Τεμπών, ο αυγερινός αχτινολουσμένος τρέμει εμπρός στην παρουσία του ήλιου, όπως τρέμει μετάλλου φύλλο εμπρός στην ανίκητη δύναμη του μαγνήτη. Και στην ανατολή, πίσω από τα μολυβένια νερά και τις πολύκαρπες γλώσσες της Χαλκιδικής και πίσω από την πυραμιδωτήν αγριόπετρα του Αγίου Όρους, αναλαμπή αιματένια σημαδεύει την πρωτοπορία των Ωρών και γελά η Αυγή κροκόπεπλη, ενώ των πυρίνων αλόγων τα νύχια τρίβουν τη στουρναρόπετρα και ανεβαίνουν μέσα σε ποταμούς μεθυστικού σέλαος. – Α, σιχτίρ! έκραξεν ο τελωνοφύλακας αγαναχτισμένος για τον ερχομό της ημέρας. Άδικα πήγεν ο κόπος μου!...
— Ο ζητιάνος, Ανδρέας Καρκαβίτσας (1896)

Το χωριό νομίζει πως η τρεμούλα του είναι αρρώστια. Είναι σχεδόν επάγγελμα.

Αλλ’ οι χωριάτες δεν ήξευραν καλά τι θα ειπή ζητιάνος. Ήταν αληθινά διπλός από τον τελωνοφύλακα ο Τζιριτόκωστας. Κάτω από τα βρωμερά κουρέλια του εκρύβονταν βραχίονες σιδερένιοι και χαλυβένιοι μύες και πλάτες καλοδεμένες και τράχηλος βωδιού και ταύρου δύναμις. Στην πατρίδα του που τον εγνώριζαν καλά, όλοι τον έτρεμαν. Τα κατορθώματά του ομολογούντ’ εκεί, όπως τα κατορθώματα των δρακόντων στα παραμύθια. Μια φορά, σε δημαρχικές εκλογές, για να βοηθήση τον φίλο του υποψήφιο, μόνος επήγε κι εμπόδισε τους κατοίκους του Άγιου Βλάση, που ήσαν αντίθετοι, να πάνε στην ψηφοφορία. Και το βράδυ στη διαλογή, όταν εκατάλαβε πως θα έχανεν ο φίλος του, μόνος πάλιν επήδησε με το ρεβόλβερ στο χέρι μέσα στην εκκλησία, έδιωξε τη φρουρά και αναποδογύρισε τις κάλπες συγκάσελα.
— Ο ζητιάνος, Ανδρέας Καρκαβίτσας (1896)

Ο ζητιάνος

Ανδρέας Καρκαβίτσας, 1896

Ένας ζητιάνος-αρχιτέκτονας της απάτης και μια χωριατοπούλα που πιστεύει πως ένα καμένο νεφρό θα αλλάξει το παιδί της. Η Θεσσαλία του 1896, ωμή και ανατριχιαστικά επίκαιρη.

Διάβασε σελίδες από βιβλία σαν αυτό, μία τη φορά

Το BookFeed είναι μια ροή με αποσπάσματα από βιβλία. Μαθαίνει τι σου αρέσει και σε βοηθά να βρεις το επόμενο βιβλίο σου.

Άνοιξε το BookFeed

Δωρεάν, χωρίς εγγραφή.