Ο Βασιλιάς Ανήλιαγος
Ιωάννης Πολέμης, 1909
Ένας πρίγκιπας που δεν γνώρισε ποτέ τον ήλιο, ένα παλάτι κάτω από τη γη κι ένας έρωτας που ζει μόνο τη νύχτα. Δράμα σε στίχο για το φως, που είναι και υπόσχεση και κίνδυνος.
Σελίδες από το «Ο Βασιλιάς Ανήλιαγος» που στέκονται μόνες τους, διαλεγμένες για το πώς διαβάζονται σήμερα. Το κείμενο ανήκει στο κοινό κτήμα.
Ένας άνθρωπος βλέπει τον ήλιο για πρώτη φορά και τον αποκαλεί θάνατό του.
Ήλιε, χρυσέ μου θάνατε ! τόσο ώμορφο ποτέ μουδεν σ’ εφαντάστηκα, ποτέ! Λάφυρο του πολέμουτου χάους με τη θεία βουλή, δείχνεις τη νίκη εκείνηςκαι στη λαχτάρα της ζωής ζωή απ’ το φως σου δίνειςκαι μέσ’ από τη λάμψι σου σκορπάς το χρώμα. Τώδατο χρώμα που ελαχτάριζα. Του κήπου όλα τα ρόδα,ωραία τα ρόδα κι’ ώμορφα κι’ οι κρίνοι ωραίοι, ωραίοικ’ η χλόη ωραία και το νερό που μέσ’ τ’ αυλάκι ρέει,ωραία κ’ η γη κι’ ο ουρανός και τα βουνά κ’ οι κάμποι,μα απ’ όλα πειο ώμορφος εσύ ! Το πρόσωπό σου λάμπειτόσο, που μάτια δεν βαστούν να το κυττάζουν!... Η στιγμή που η αγάπη παύει να είναι συναίσθημα και γίνεται ο ίδιος ο χρόνος.
Χάνω το νου μου!... Σ’ αγαπώ και σ’ αγαπώ ολοένακαι σ’ αγαπώ κάθε στιγμή· γιατ’ είσαι συ ο καιρός μουκι’ ο χρόνος κι’ όλη μου η ζωή, και σ’ έχω πάντα εμπρός μουσαν οπτασία ανέγκικτη, και τ’ όνομά σου λέωκαι σε θωρώ και λαχταρώ και σπαρταρώ και κλαίω !Αχ ! νάξερες πώς σ’ αγαπώ!... Ένας άνθρωπος που δεν είδε ποτέ τη σελήνη περιγράφει τη νύχτα σαν πρόσωπο.
Ήταν η νύχτα ζηλευτή κ’ είχε περίσσια χάρι,κι’ όταν, προς τα μεσάνυχτα, κρύφτηκε το φεγγάρικι’ άνοιξε τα ματάκια της τα διαμαντένια αστέριακι’ ο γαλαξίας απλώθηκε, κοπάδι περιστέρια,και την εσφικταγκάλιασε κ’ έγυρ’ εκείνη αγάλιακαι στα γλυκοψιθύριστα του αγέρα παρακάλιαλιγώθηκε, πλανέθηκε — μέσ’ στη γληκειά της πλάνη,μέσ’ στ’ απαλό της λίγωμα τόσ’ ώμορφη μου εφάνηπου το δοξάρι επέταξα μαζί με τη φαρέτρακι’ απάωρος την εθαύμαζα. Μόνο καρδιά από πέτρατα φυλλοκάρδια της κλειστά θε να βαστούσε αγνάντιαστ’ αμέτρητα ματάκια της τ’ ακτινωτά διαμάντιαπου τα διπλοκαθρέφτιζε τρεχούμενο νεράκι. Η Μοίρα συστήνεται σαν κάποια που δεν έχει χάσει ποτέ σε διαφωνία.
ΦΛΩΡΟΣΚαλή σου νύκτα· τρέχω.ΜΟΙΡΑΝαι, ναι· καλό ξημέρωμα. Στο νου μου θε να σ’ έχω.(Ο Φλώρος εξέρχεται. Η Μοίρα, μείνασα μόνη, ανορθούταικαι αφαιρεί την καλύπτραν της. Φέρει λευκόν χιτώνα αρχαϊκόν.Εις την χείρα κρατεί ένα μεγάλο ψαλίδι).ΜΟΙΡΑ (απαγγέλλουσα)Τη δύναμί μου τρέμετε, θνητοί! Εγώ είμ’ η Μοίραπου μέρα νύκτ’ αλάθευτα τον κόσμον κυβερνώ.Παφλάζει εμπρός μου αφρίζοντας των χρόνων η πλημμύρα,περνούν οι χρόνοι αγύριστα, εγώ όμως δεν περνώ.Τη δύναμί μου τρέμετε, θνητοί! εγώ είμ’ η Μοίρα. Ο άνθρωπος που έζησε χωρίς ήλιο απαντά αν ανήκει ακόμα σε εκείνη.
Τόσο ’δικός σου, όσο το φως ’δικό του έχει το λύχνο.Εγώ είμαι λύχνος άφωτος, εσύ το φως που δείχνω.Ρήνη, γιατί η ανάσα σου κι’ αυτή σαν κομπιασμένηαπό βαθειά, πολύ βαθειά, τόσο βαθειά ανεβαίνειπου μοιάζει μ’ αναστεναγμό; Μια φωνή που λέει πως δεν γεννήθηκε ποτέ και δεν έκλαψε ποτέ.
Αδάκρυτα τα μάτια μου, στείρα η καρδιά μου εμένα·εμένα δεν μ’ εγέννησ[ε] μάννα, για να πονώ·και δεν ρωτώ και δεν ψηφώ και δεν λογιάζω ούτ’ ένααπό τον πρώτο πρώτο σας κι’ ως το στερνό στερνό.Αδάκρυτα τα μάτια μου, στείρα η καρδιά μου εμένα.Τη θέλησί μου μοναχά δουλεύω. Εγώ είμ’ η Μοίραπου χίλια μύρια μυστικά τ’ αχείλι μου σφαλάκαι ξεφαντώνω και μεθώ με την πικρήν αρμύρααπό τα δάκρυα που κυλούν στην’ όψι σας θολά. Ο πατέρας ξέρει πως μπορούν να του ανοίξουν τα μάτια, κι όμως τίποτα δεν αλλάζει.
Δεν θα βλέπηόσο κι’ αν του τ’ ανοίξωμε. Τα μάτια τάχ’ η νειότημονάχα για την ωμορφιά. Ό,τι κι’ αν κάνης, ό,τι,ό,τι κι’ αν πης, κοιμάται ο νους· τον νανουρίζουν πόθοικι’ από γερόντων συμβουλές ούτε γροικά ούτε νοιώθει.Κοιμάται, και στον ύπνο του κτίζει χρυσά παλάτια.Τα μάτια να του ανοίξωμε!... Θαρρείς πως με τα μάτιακυττάζ’ η αγάπη; Ρίχνει αυτή τριανταφυλλένια σκέπηστα μάτια, κι’ όποιος αγαπά, τριανταφυλλένια βλέπει.Τα μάτια να του ανοίξωμε !... Μια αγάπη που ζει μόνο στο σκοτάδι και δεν ζητά συγγνώμη γι’ αυτό.
Η ημέρα σας χωρίζει.ΡΗΝΗΕ! η νύχτα μας ενώνει.Μήνες και μήνες πέρασαν κι’ ούτε μια νύχτα ως τόσοδεν έλειψε, δεν έπαψε ζητώντας να του δώσωτ’ ό,τι κ’ εκείνος μούδωκεν: αγάπη, αγάπη αιώνια.Μήνες και μήνες πέρασαν και θα περάσουν χρόνιακι’ ο κάθε γύρος του καιρού θε νάνε κι’ άλλος γύροςτης αλυσίδας πούδεσε της δυο καρδιές μας. Κλήροςτης μοίρας μου η αγάπη του. Τι δεν σου λείπει, επειδή κανείς δεν σου είπε πως υπάρχει;
ΔΕΥΤEΡΟΣΠάντα εδώ μέσα μένειο Ανήλιαγος;ΠΡΩΤΟΣΟλημερίς.ΔΕΥΤEΡΟΣΖωή τυραννισμένηπου θα την κάνη ο δύστυχος σε τούτο το πηγάδι!ΠΡΩΤΟΣΚαθόλου· δεν εγνώρισε τον ήλιο. Κάθε βράδυπου αρχίζει η νύκτα για όλους μας, για’ κείνον ξημερώνεικ’ η μέρες είνε νύκτες του· κ’ έτσι περνούν οι χρόνοιμε το φεγγάρι μοναχά και με της νύκτας τ’ άστρα. Ένας πατέρας στρώνει τραπέζι με ροδόμελο, για να μιλήσει γλυκά το παιδί του.
Το τρίτο εκείνο βράδυστην κάμαρά σου ετοίμασα τραπέζι κ’ έστρωσά τομε στόφες μεταξόφαντες, κ’ έβαλα σ’ ένα πιάτοχίλιων ειδών ζαχαρωτά, και σ’ αργυρή λεκάνηροδόμελι, τα χείλη των εκείνο να γλυκάνηγια να τα πουν γλυκά - γλυκά τα ριζικά σου Ιωάννης Πολέμης, 1909
Ένας πρίγκιπας που δεν γνώρισε ποτέ τον ήλιο, ένα παλάτι κάτω από τη γη κι ένας έρωτας που ζει μόνο τη νύχτα. Δράμα σε στίχο για το φως, που είναι και υπόσχεση και κίνδυνος.
Διάβασε σελίδες από βιβλία σαν αυτό, μία τη φορά
Το BookFeed είναι μια ροή με αποσπάσματα από βιβλία. Μαθαίνει τι σου αρέσει και σε βοηθά να βρεις το επόμενο βιβλίο σου.
Άνοιξε το BookFeedΔωρεάν, χωρίς εγγραφή.