Τα σταφύλια είναι ξινά, κι η αλεπού έχει έτοιμο λόγο.
Σταφυλὰς μεγαλοῤῥώγους ὅλας καὶ ὡριμασμένας βλέπουσα εἰς ὕψος δράνας ἡ ἀλώπηξ κρεμασμένας, πρώτην ἔφοδον, δευτέραν, τρίτην ἔκαμε πηδῶσα· ἀλλὰ τὰ πηδήματά της ἦσαν μάταια τὰ τόσα· δὲν τὰς ἔφθασεν· ἐκ τούτου ἔφευγεν, ἐπαλινδρόμει· «εἶν’ αἱ σταφυλαὶ» εἰς ὅλους, ἔλεγε, «ξειναὶ ἀκόμη». Ἐπιμύθιον. Τὴν κρυφίαν ἡμῶν λύπην ἄλλοτε παρηγοροῦντες, ἄλλοτε τὴν καταισχύνην νὰ καλύψωμεν ζητοῦντες, εἰς παντὸς ἀποτυχίαν ἀγαθοῦ διὰ χιλίων τὸ περιφρονοῦμεν λόγων ἀνορίκτων καὶ γελοίων. — Μύθοι του Αισώπου σε έμμετρη απόδοση , Παναγιώτης Σούτσος (1864) Μια αρκούδα καυχιέται πως δεν τρώει ποτέ νεκρά ζώα, κι η αλεπού έχει μια απάντηση.
Ἡ ἀρκούδα ἐκαυχᾶτο πῶς δι’ ὅλου της τοῦ βίου δὲν ἐγεύθη ποτὲ σάρκας κἀνενὸς νεκροῦ θηρίου. Μὲ ἀπάτησαν πολλάκις ἄνθρωποι χαμαὶ πεσόντες, τὴν πνοὴν αὐτῶν κρατοῦντες καὶ φαινόμενοι μὴ ζῶντες· καὶ ἀφ’ οὗ τοὺς ἐμυρίσθην κι’ ηὗρά τους χωρὶς πνοήν, μεταλλάξασα τὸν δρόμον τοὺς ἀφῆκα τὴν ζωὴν· «ἀλλ’ ἐὰν νεκροὺς δὲν τρώγῃς, ἡ ἀλώπηξ ἀπεκρίθη, σὺ τῶν ζώντων ζώων σχίζεις καὶ τὰς σάρκας καὶ τὰ στήθη· κάλλιον βορὰν νὰ εἶχες ὅλους τοὺς ἀποθανόντας, καὶ νὰ μὴν ἐμάσσουν τόσον οὶ ὀδόντες σου τοὺς ζῶντας!» — Μύθοι του Αισώπου σε έμμετρη απόδοση , Παναγιώτης Σούτσος (1864) Μέτρησαν τα λεφτά πριν τραβήξουν το δίχτυ.
Ἔσυραν ψαράδες δίκτυ, καὶ αὐτὸ ἦτον βαρύ· τῶν χειρῶν των, τῶν ποδῶν των ὅλαι φούσκοναν αἱ ἴνες, κ’ ἔλεγαν «πῶς ἡ καρδία καθενός μας θὰ χαρῇ, ὅταν θὰ σκιρτῶσι θῦνοι καὶ ξιφίαι καὶ δελφῖνες!» «Εἶα μάλα· εἶα λῦσε·» χαίροντες ἐτραγουδοῦσαν· κ’ ἑκατὸν δραχμὰς τὸ κέρδος καθενός των ἐμετροῦσαν· ἐγὼ ἔλεγεν ὁ ἕνας «μίαν λέμβον θ’ ἀγοράσω» ἐγὼ ἔλεγεν ὁ ἄλλος «στοὺς ὑπάνδρους θὰ περάσω, καὶ θὰ πάρω μίαν νέαν γυναικούλαν Ἀθηναίαν.» — Μύθοι του Αισώπου σε έμμετρη απόδοση , Παναγιώτης Σούτσος (1864) Πόσο κοστίζει να είσαι ο μόνος που λέει την αλήθεια;
Σ’ ἐξοχὴν ἐρημωμένην ηὗρέ τις ὡραίαν νέαν κατηφῆ καὶ καθημένην ὑπὸ κλαυθμηρὰν ἰτέαν· τὴν ἠρώτησε· - τίς εἶσαι; - Ἡ Ἀλήθεια· - κ’ ἐκείνας πῶς, τὴν εἶπε, παραιτεῖσαι τὰς περικαλλεῖς Ἀθήνας κ’ εἰς τὴν ἔρημον νὰ ζήσῃς ἀπεφάσισες γυνή; - Ἐπειδὴ τὸ ψεῦδος ἦτον ἄλλοτε εἰς ὀλιγίστους, σήμερον εἶν’ ἡ θεότης τῶν ἀνθρώπων ἡ κοινὴ, ἡ Ἀλήθεια δὲ εἶναι μισητὴ ἀπὸ τοὺς πλείστους. — Μύθοι του Αισώπου σε έμμετρη απόδοση , Παναγιώτης Σούτσος (1864) Τι λέει στον εαυτό της μια γάτα που αιμορραγεί πάνω στο αμόνι του σιδερά;
Γάτα περιερχομένη ἐργαστήριον χαλκέως, περιέγλυφε τὸ κάτω ἐκεῖ κείμενον ῥινὶ καὶ κατέκοπτε τὴν γλῶσσαν κατ’ ὀλίγον καὶ βραδέως· πτύουσα τὸ τρέχον αἷμα ἔκραζεν, «ὧ ἡδονή! Μέρος ὡς παρατηρῶ τοῦ σιδήρου ἀφαιρῶ·» τὴν μανίαν της αἰσθάνθη παρακαίρως καὶ ματαίως, ὅταν γλῶσσαν εἶχεν πλέον καὶ μικρὰν καὶ ἀσθενῆ. — Μύθοι του Αισώπου σε έμμετρη απόδοση , Παναγιώτης Σούτσος (1864) Ποιος πληγώνει περισσότερο: ο εχθρός ή το παιδί που γίνεται εχθρός;
Ἔσχιζον ὡραίαν πεύκην γεωργοὶ ξελοτομοῦντες καὶ τὴν ἔσχιζον εὐκόλως σφῆνας ἐξ αὐτῆς ποιοῦντες, καὶ ἡ πεύκη τότε εἶπε, «τρισμεγίστη ψυχῆς λύπη! πρὸς τὸν πέλεκυν δὲν τρέφω τόσην ἔξαψιν θυμοῦ ὅσην πρὸς τοὺς γεννηθέντας αὐτοὺς σφῆνας ἀπ’ ἐμοῦ». Ἐπιμύθιον. Ἡ Ἑλλὰς τοιαῦτα λέγει πρὸς τοὺς παῖδας Ἕλληνάς της «ἂν ὡς λέγετε τιτρώσκῃ ἐμὲ τόσον ὁ δυνάστης, κατ’ αὐτοῦ ὁργὴν δὲν ἔχω, ὅσην κατὰ τῶν υἱῶν μου, οἵτινες οἱ τόσοι σφῆνας γίνεσθε τῶν συμφορῶν μου. — Μύθοι του Αισώπου σε έμμετρη απόδοση , Παναγιώτης Σούτσος (1864) Δύο ερωμένες, μία άσπρη τρίχα και κανένας τρόπος να αρέσεις και στις δύο.
Δυστυχὴς εἰς τὰς γυναῖκας ὅστις προσπαθεῖ ν’ ἀρέσῃ! Δυστυχέστερος δὲ ὅστις εἰς κακὰς γυναῖκας πέσῃ! Εἶχε δύο ἐρωμένας ἀνὴρ μέσης ἡλικίας· ἡ μὲν μία ἦτον νέας, καὶ ἡ δὲ προβεβηκυίας· ἡ γεροντοτέρα πρώτη φοβουμένη μὴν τὸν χάσῃ, ἐφιλοτιμεῖτο τρίχας μελανάς του ν’ ἀποσπάσῃ· κ’ ἔχουσα εἰς λευκὸ χέρι ταναγρίτσαν σιδηρῆν πᾶσαν τρίχα τοῦ ἀφαίρει ὁπωσοῦν μαυριδερήν. Γέροντα ἡ νεωτέρα ἐραστὴν ἐντρεπομένη σπῶσα τὰς λευκὰς, ὀπίσω δὲν ἐδέχετο νὰ μένῃ. — Μύθοι του Αισώπου σε έμμετρη απόδοση , Παναγιώτης Σούτσος (1864) Το πιο μικρό πλάσμα του δάσους κηρύσσει πόλεμο στον βασιλιά.
Ἡ τιμὴ τοῦ ζωϊφίου ἔλαβε πληγὴν μεγάλην. Προσκαλῶν τὸν βασιλέα λέοντα εὐθὺς σὲ πάλην γίνεται αὐτὸς ἡ σάλπιγξ καὶ ὁ ἥρως· τὸν κεντᾶ στήθη πρόσωπον· τὸν πέρνει ἀπ’ ἐμπρός κι’ ἀπὸ κοντά. Ἐρεθίζεται ὸ λέων καὶ βρυχᾶται καὶ ἀφρίζει· καὶ ἀστροβολεῖ καθεὶς του ὀφθαλμὸς καὶ σπινθηρίζει· ἀλλ’ ὁ κώνωπας ὡς ἄλλος Λεωνίδας πολεμεῖ, κ’ εἰς τὴν μύτιν του ἐμβαίνων δίδει δάγκαμα δριμύ· σιδηρᾶν οὐρὰν ὁ λέων σείει καὶ κτυπᾶται μόνος· αἱματόνει τὰ πλευρά του ὁ μονάρχης τοῦ δρυμῶνος καὶ ἀπαυδισμένος πίπτει· καὶ ὁ κώνωψ παρευθὺς ἐπιβάλλει τὴν εἰρήνην ὡς πολεμιστὴς καμφθεὶς λέγουσαν «μὴ σεῖς Μεγάλοι! τοὺς μικροὺς περιφρονεῖτε. Τὸν μικρότερον πολίτην ἡγεμόνες! σεβασθῆτε. — Μύθοι του Αισώπου σε έμμετρη απόδοση , Παναγιώτης Σούτσος (1864) Ένα μουλάρι καυχιέται για τον πατέρα του, ώσπου βγαίνει το μαστίγιο.
Ἔχων ἡμίονος εἰς τὸν ὦμον αὐθέντην ἄοκνον καὶ γοργὸν, πρὸς τοῦτον ἔλεγεν εἰς τὸν δρόμον «ὡς ἵππος τρέχω ἐγὼ σφριγῶν· γνωρίζεις ποῖον ἔχω πατέρα; Ἔχω τὸν ἵππον τὸν πτερωτὸν, ὅστις περνάει καὶ τὸν ἀέρα εἰς τὸ πεδίον τὸ ἀνοικτόν.» Ὁ κύριός του τοὺς πτερνιστῆρας εἰς τὰ πλευρά του τότε κεντῶν, καὶ τὴν χονδρήν του ῥάβδον εἰς χεῖρας ἀνυψωμένην γοργὴν κρατῶν, «τρέχε, τὸν εἶπε! καὶ δείξου τώρα ὅτι τοῦ ἵππου εἶσαι υἱός. — Μύθοι του Αισώπου σε έμμετρη απόδοση , Παναγιώτης Σούτσος (1864) Διάβασε σελίδες από βιβλία σαν αυτό, μία τη φορά
Το BookFeed είναι μια ροή με αποσπάσματα από βιβλία. Μαθαίνει τι σου αρέσει και σε βοηθά να βρεις το επόμενο βιβλίο σου.
Άνοιξε το BookFeed Δωρεάν, χωρίς εγγραφή.