Η Πάπισσα Ιωάννα
Εμμανουήλ Ροΐδης, 1866
Μια σατιρική, λόγια αφήγηση για μια έξυπνη κοπέλα από το Μάιντς που ανεβαίνει στον θρόνο του Αγίου Πέτρου και σατιρίζει κάθε θεσμό με απολαυστική γραφή.
Σελίδες από το «Η Πάπισσα Ιωάννα» που στέκονται μόνες τους, διαλεγμένες για το πώς διαβάζονται σήμερα. Το κείμενο ανήκει στο κοινό κτήμα.
Το πένθος για τους νεκρούς κρατά λίγο· για τους ζωντανούς, χρόνια.
Ἡ λύπη, ἢν αἰσθανόμεθα διὰ τὴν στέρησιν φιλτάτου ὄντος, ὁμοιάζει τὴν ἐκρίζωσιν ὀδόντος· σφοδρὸς ὁ πόνος, ἀλλὰ στιγμιαῖος. Μόνοι οἱ ζῶντες προξενούσιν ἡμῖν διαρκεῖς λύπας. Τὶς πότε ἔχυσε ἐπὶ τοῦ τάφου ἐρωμένης τὸ ἥμισυ, τὸ ἑκατοστόν, τὸ χιλιοστὸν τῶν δακρύων, ἀφ’ ὅσα διὰ τὴν κακίαν τῆς ἔχυνε καθ’ ἡμέραν; Ἀφοῦ λοιπὸν ἀπέκλαυσεν ἡ Ἰωάννα, ἔκυψεν ἐπὶ τοῦ ὕδατος, ἵνα δροσίσῃ τοὺς καίοντας ὀφθαλμούς. Πρώτην τότε φορὰν ἐνέβλεψε μετὰ προσοχῆς εἰς τὴν ἐν τῷ ὕδατι εἰκόνα αὐτῆς, τοῦ μόνου εἰς τὸν κόσμον πλάσματος, ὅπερ τῇ ἀπέμεινεν ν’ ἀγάπᾳ. Μια νυφίτσα που πίνει κλεφτά γάλα δείχνει τον φόβο της απαγορευμένης απόλαυσης.
Κύψασα εἴτα εἰς τὸ οὖς τῆς κοιμωμένης, «Ἰωάννα», ἐξηκολούθησεν, ἁπαλύνουσα ἔτι μᾶλλον τὴν φωνήν «σοι ὑπεσχέθη καὶ ἡδονὰς ἡ ἀντίζηλός μου αὔτη· ἀλλ’ ἐρώτησον αὐτὴν ἄν, περικυκλουμένη ὑπὸ κακοβούλων βλεμμάτων ἀμιγῆ ᾐσθάνετο ἡδυπάθειαν, ὅτε παρεδίδετο εἰς τὸν ἐραστήν, τείνουσα τὸ οὖς οὐχὶ εἰς τοὺς γλυκεῖς λόγους τοῦ, ἀλλ’ εἰς πάντα περὶ αὐτὴν θόρυβον, καὶ κάτωχρος αὐτὸν ἀπωθοῦσα, ὁσάκις ἔτριζε θύρα ἢ ἐκινεῖτο φύλλον. Εἶδές ποτε γαλῆν ἀναβᾶσαν ἐπὶ τραπέζης καὶ πίνουσαν τοῦ αὐθέντου τὸ γάλα; Λοξὰ τὰ βλέμματα αὐτῆς, ἀνήσυχα τὰ ὦτα, ὀρθαὶ αἱ τρίχες ὑπὸ τοῦ φόβου καὶ ἕτοιμοι οἱ πόδες εἰς φυγήν. Οὕτω γεύονται καὶ αἱ κοσμικαὶ αὖται δέσποιναι τοῦ ἀπηγορευμένου καρποῦ. Στην κορυφή, η θέα είναι μια πόλη που κοιμάται κι ένας καθρέφτης.
Οι ατμοί του οίνου ενωθέντες μετά των ατμών της φιλοδοξίας εκορύφωσαν την μέθην της ημετέρας ηρωίδος. Αν κατ’ εκείνην την στιγμήν ενεφανίζετο ο αυλάρχης προσκαλών αυτήν να καθίση επί της κοπρανικής έδρας ή ο υπηρέτης του Φιλίππου κράζων το «Μέμνησο άνθρωπος ων», ήθελεν αποκριθή εις αμφοτέρους ότι ήσαν ζώα. Ευρίσκουσα το απέραντον εκείνο δωμάτιον στενόχωρον διά το τόσον μεγαλείον της ήνοιξε και το παράθυρον, εφ’ ου κύψασα ήρξατο να θεωρή υπό το σεληνιαίον φως την κοιμωμένην Ρώμην, μάτην αναζητούσα εις την ιστορίαν ηρωίδα αξίαν να παραβληθή προς εαυτήν. Πολλαί προ αυτής γυναίκες εζώσθησαν το ξίφος ή έθεσαν στέμμα επί της κεφαλής· αλλά τι είναι ευμάραντοι πολεμικαί δάφναι ή πρόσκαιρος επί γης βασιλεία, παραβαλλόμεναι προς την παπικήν εξουσίαν, την θείω δικαιώματι άρχουσαν ψυχών και σωμάτων και υποτελή έχουσαν την Οικουμένην, τον Παράδεισον και τον Άδην; Από μακριά το βουνό δείχνει όμορφο· ανέβα και θα βρεις αγκάθια.
Αλλ’ επανέλθωμεν εις την Ιωάνναν. Αι υψηλαί της κοινωνίας θέσεις ομοιάζουσι τα βουνά, τα μακρόθεν τοσούτον αρμονικά το σχήμα και την όψιν φαιδρά, οτέ μεν παρθενικήν εκ νεφελών εσθήτα ενδεδυμένα, οτέ δε ενθυμίζοντα διά της χροιάς των τον χρυσόν εις τους εμπόρους ή την πορφύραν εις τους βασιλείς· αλλ’ άμα τις αναβή εις την κορυφήν, υπό τριβόλων, ακανθών και θηρίων, εν Αττική δε και υπό ληστών περικυκλούται. Τοιούτος υπήρξε και διά την ημετέραν ηρωίδα ο θρόνος του Αγ. Πέτρου. Νυχθημερόν πολιορκουμένη υπό γραμματέων, κολάκων, αυλοδούλων και άλλων τοιούτων αδηφάγων επαιτών, οίτινες περικυκλούσι τους θρόνους ως οι κόρακες τα θνησιμαία, ταχέως εβαρύνθη να τείνη τους πόδας εις τους χαμερπείς αυτών ασπασμούς, ενθυμουμένη μετά πόθου τας χρυσάς ημέρας, ότε αντί των σανδαλίων έτεινε τα χείλη της εις τα θερμά φιλήματα του Φρουμεντίου. Μερικά γιατρικά δουλεύουν όπως το νερό στη φωτιά.
Επί δύο ολόκληρους μήνας επάλαισε κατά του Δαίμονος η Ιωάννα, σκορπίζουσα φύλλα άγνου επί της κλίνης της, ως αι Αθηναίαι κατά τας εορτάς της Δήμητρος, πίνουσα αφεψήματα νυμφαίας κατά την συμβουλήν του Πλινίου, τρώγουσα θριδάκων κορυφάς ως ο Άγ. Ιωάννης ο νηστευτής, και ουδέν παραλείπουσα των μεσαιωνικών φαρμάκων, ίνα καταπνίξη τους νεανικούς πόθους, οίτινες ανεβλάστανον εις τα τεσσαρακονταετή της στήθη ως τα άνθη επί των ερειπίων. Αλλ’ οι τοιούτοι πόθοι ομοιάζουσι την άσβεστον, ήτις όσω περισσότερον βρέχεται, τόσω μάλλον ανάπτει. Μετά πάσαν κατά της σαρκός νίκην αντί να ψάλλη επινίκια έκλαιεν η Ιωάννα ως ο Βρούτος, αφού εθυσίασε τον υιόν του υπέρ της πατρίδος. «Μια ακόμη τοιαύτη νίκη και εχάθην» έκραξεν ο Πύρρος, αριθμών τους πεσόντας στρατιώτας του· ταυτά έλεγε και η Ιωάννα, αποσπώσα μετά άγρυπνον νύκτα τρεις λευκανθείσας τρίχας της. Βεβαίαν ήδη προβλέπουσα την ήτταν περιττόν ενόμισε να προμηκύνη την πάλην· τον δε νικητήν αυτής προ πολλού είχεν εκλέξει. Υπάρχει μια στιγμή που πρωτοείδες τον εαυτό σου όμορφο;
Κύπτοντες καὶ ἡμεῖς ἄνωθεν τοῦ ὤμου της, ἴδωμεν τὶ ἀντανάκλα τὸ ῥευστὸν ἐκεῖνο κάτοπτρον. Πρόσωπον δεκαεξαετὲς μήλου στρογγυλώτερον, κόμην ξανθὴν ὡς τῆς Μαγδαληνῆς καὶ ἀκτένιστον ὡς τῆς Μηδείας, χείλη ἐρυθρὰ ὡς πῖλον καρδιναλίου, ὑποσχόμενα ἡδονὰς ἀνεξαντλήτους καὶ στήθη εὔσαρκα ὡς πέρδικος, πάλλοντα ἔτι ὑπὸ τῆς συγκινήσεως. Τοιαύτην ἔβλεπεν ἑαυτὴν ἐν τῷ ὕδατι ἡ Ἰωάννα, τοιαύτην εἶδον καγὼ ἐν τῷ χειρογράφω τῆς Κολωνίας τὴν εἰκόνα της. Οι ήρωες θέλουν σκοτάδι για να μείνουν όμορφοι· η ιστορία ανάβει φως.
Πάντων των μεγάλων ανδρών την κοιτίδα περικυκλούσι σκότη πυκνά, εις τα οποία μόνοι οι ποιηταί και μυθογράφοι τολμώσι να ριψοκινδυνεύσωσιν, ανάπτοντες της φαντασίας των το μαγικόν φανάριον, εις ου το φως μυρία βλέπουσιν ωχρά ή μειδιώντα φαντάσματα. Αλλ’ άμα ο ήρως ανδρωθή, άμα εις καρπόν μεταβληθή το άνθος, επέρχεται σμήνος ιστορικών κρατούντων την φλέγουσαν και φεγγοβόλον δάδα της κριτικής. Εις την εμφάνισιν των συνωφρυωμένων εκείνων δαδούχων φεύγουσι μετά τρόμου τα χρυσόπτερα πλάσματα της φαντασίας, άτινα, ως οι αστέρες και οι τεσσαρακοντούτιδες γυναίκες, εις μόνον το ημίφως ευχαριστούνται· αν δε το φως εκείνο ήναι πολύ ζωηρόν, και ο ήρως αυτός εξαφανίζεται πολλάκις εις τα όμματα του κριτικού, ως ο Όμηρος εις τα του Βολφίου και ο Ιησούς εις τα του Στράους. Μπροστά στην εξουσία, το πρώτο πράγμα που κοιτάς είναι το πάτωμα.
Η ημετέρα ηρωίς, ότε κατά πρώτον εισήχθη εις τα ιδιαίτερα δώματα της αυτού Αγιότητος, μόλις ετόλμα να θέση τον πόδα επί των παχυχνόων εκείνων ταπήτων της Ανατολής, εφ’ ων ήθελέ τις επιθυμήσει να ολισθήση ως οι ίπποι του Εριχθονίου, των οποίων τα πέταλα, ότε έτρεχον, μόλις ήγγιζον τας άκρας των ανθέων. Ότε δε έφθασεν ενώπιον τους αρχηγού της Χριστιανοσύνης, καθημένου επί προφυροχρύσου θρόνου, εν μέσω αργυρών κανίστρων, ολοχρύσων γαβαθών, σμαραγδοστολίστων θυμιατηρίων και άλλων κειμηλίων, τοσούτον υπό της λάμψεως εκείνης εθαμβώθη, ώστε αν ελάμβανεν ανάγκην να πτύση, μόνον εις το ερρυτιδωμένον πρόσωπον του αγιωτάτου πατρός ήθελε τολμήσει να πράξη τούτο, μη ευρίσκουσα εις τον αστράπτοντα εκείνον θάλαμον ρυπαρώτερον μέρος. Το να σε τραβούν δύο ζωές είναι το αρχαιότερο όνειρο.
Ἀγνοῶ ἂν εἶχεν ἀναγνώσει καὶ τὸν Λουκιανὸν ἡ Ἰωάννα, ἀλλ’ ἅμα ἔκλεισε τοὺς ὀφθαλμούς, εἶδε κακείνη ὄνειρον ὡς τοῦ Σαμοσατέως. Δύο γυναῖκες ἐφάνησαν αὐτὴ ἐξερχόμεναι τοῦ ὕδατος. Ἡ μὲν τούτων εἶχε γυμνὰ τὰ στήθη, ἄνθη ἐπὶ τῆς κεφαλῆς καὶ μειδίαμα ἐπὶ τῶν χειλέων, ἡ δὲ μαῦρον ῥάσον, σταυρὸν ἐπὶ τοῦ στήθους καὶ κατάνυξιν ἐπὶ τοῦ προσώπου. Ἀμφότεραι ἦσαν ὡραῖαι, ἀλλὰ τῆς μὲν τὸ κάλλος ἐνεθύμιζεν εὐθύμους ἑορτάς, ποτηρίων συγκρούσεις καὶ χορευτῶν ποδοκρουσίαν, τῆς δὲ τὸ ὑγρὸν βλέμμα τάς μυστηριώδεις τῶν κοινοβίων ἀπολαύσεις, ἀθόρυβα συμπόσια καὶ σιγαλὰ φιλήματα. Ταύτης μὲν ἤθελε τὶς ἐπιθυμήσῃ να ἐναγκαλισθῇ τὴν ὀσφὺν εἰς θορυβώθη αἴθουσαν χοροῦ, ὑπὸ τὰβλέμματα πλήθους θεατῶν καὶ τὴν λάμψιν μυρίων λαμπάδων, ἐκείνης δὲ να λύσῃ τὴν ζώνην ἐντὸς σιωπηλοῦ κελλίου εἰς τὸ ἀμφίβολον φῶς λυχνίας κρεμαμένης πρὸ τῆς εἰκόνος ἁγίου. Το όνειρο που κρατάς λίγο ακόμη κάτω απ’ το σκέπασμα.
Ἔτυχε ποτὲ, καλέ μου ἀναγνῶστα, να ὀνειρευθῇς ὅτι σὲ ἀπαγχονίζουσιν ἢ ὅτι ἀπὸ μέρους ὑψηλοῦ πίπτεις εἰς βάραθρον ἀκαταμέτρητον; Καθ’ ἣν στιγμὴν σφίγγει τὸν τράχηλον τὸ σχοινίον ἢ μέλλει τὸ σῶμά σου να συντριβῇ, ἐξύπνας καὶ εὐρίσκεσαι ἐντὸς θερμῆς κλίνης, ἔχων τὸν νυκτικὸν πῖλον ἐπὶ τῆς κεφαλῆς καὶ τὸν κύνα σου παρὰ τοὺς πόδας. Οὐδὲν γλυκύτερον τῆς ἐγέρσεως ἐκείνης· ψηλαφεὶς τὰ μέλη σου καὶ ἀγάλλεσαι εὑρίσκων αὐτὰ σώα, ἀνοίγεις ἔπειτα τοὺς ὀφθαλμοὺς καὶ τὸ παράθυρον, ἵνα μὴ σ’ ἐπισκεφθῇ πάλιν ὁ κακὸς ὄνειρος. Ἀλλ’ ἂν ἔτυχε να ἴδῃς ὄνειρον καλόν, ὅτι ἄνευρες τὴν φιλοσοφικὴν λίθον ἢ γυναῖκα φρόνιμον, καὶ ἐξυπνήσης καθ’ ἢν στιγμὴν ἤπλονες τὴν χεῖρα εἰς τὰ χειμαιρικὰ ταῦτα κειμήλια, τότε ὅλα σοὶ φαίνονται δυσάρεστα καὶ ἀηδῆ. Ἀπωθῶν τὴν ὀχληρὰν πραγματικότητα βυθίζεις τὴν κεφαλὴν ὑπὸ τὸ ἐφάπλωμα, ζητῶν παντὶ τρόπῳ να συλλάβῃς καὶ πάλιν τὰ φεύγοντα ἐκεῖνα φαντάσματα. Εμμανουήλ Ροΐδης, 1866
Μια σατιρική, λόγια αφήγηση για μια έξυπνη κοπέλα από το Μάιντς που ανεβαίνει στον θρόνο του Αγίου Πέτρου και σατιρίζει κάθε θεσμό με απολαυστική γραφή.
Διάβασε σελίδες από βιβλία σαν αυτό, μία τη φορά
Το BookFeed είναι μια ροή με αποσπάσματα από βιβλία. Μαθαίνει τι σου αρέσει και σε βοηθά να βρεις το επόμενο βιβλίο σου.
Άνοιξε το BookFeedΔωρεάν, χωρίς εγγραφή.