Η Μηλιά
Εμμανουήλ Ροΐδης, 1894
Ένα φτωχό κορίτσι που μοιράζει το ψωμί του στα πουλιά φτάνει σ’ ένα παλάτι όπου ο βασιλιάς έχει πάψει να γελά — ένα παραμύθι γραμμένο από τον πιο πνευματώδη σατιρικό της Ελλάδας.
Σελίδες από το «Η Μηλιά» που στέκονται μόνες τους, διαλεγμένες για το πώς διαβάζονται σήμερα. Το κείμενο ανήκει στο κοινό κτήμα.
Τα πλάσματα που τάισες έρχονται τώρα να σε ταΐσουν.
Ὅταν ἐχάθη μακριὰ εἰς τὸ δάσος ὁ κυνηγὸς καὶ ἔπαυσε νὰ ἀκούεται ἡ φωνὴ τοῦ σκύλου, ἐβγήκαν ἀπὸ τὴν κρύφτη τοὺς τὰ πουλιὰ καὶ δὲν ἤξευραν τί νὰ κάμουν γιὰ νὰ δείξουν τὴν εὐγνωμοσύνη τοὺς εἰς τὴν Μηλιά. Ἐκάθιζαν ἐπάνω εἰς τὸν ὦμο της, ἐκελαηδοῦσαν εἰς τ᾿ αὐτί της εὐχαριστῶ, τὴν ἀέριζαν μὲ τὰ πτερά των καὶ τῆς ἐφιλοτσιμποῦσαν τὰ χέρια, τὰ χείλια, τὰ μάγουλα καὶ τὸ λαιμό της. Οἱ σπίνοι καὶ οἱ πυρρουλάδες ἀποσπάσθηκαν νὰ πάγουν νὰ τῆς φέρουν κεράσια, ζίζυφα, βατόμουρα καὶ φραγκοστάφυλα νὰ δειπνήσει, ἐνῷ τὰ σπουργίτια καὶ οἱ πετρῖτες τῆς ἑτοίμαζαν μαλακὸ στρῶμα ἀπὸ καστανόφυλλα, μέντα καὶ λεβάντες νὰ κοιμηθεῖ. Ἀφοῦ ἔκαμε τὴν προσευχή της καὶ ἀπλώθηκεν εἰς τὸ μυρωδάτο ἐκεῖνο κλινάρι, τὴν ἐσκέπασαν μὲ φτέρη γιὰ νὰ μὴ κρυώσῃ κι ἐκούρνιασαν κι ἐκεῖνα εἰς τὰ περίγυρα δέντρα νὰ τὴν φυλάγουν. Η στιγμή που χάνεται το μαντήλι και μένεις μόνη στον κόσμο.
Ὅσον καιρὸν ἔβλεπεν ἀπὸ μακριὰ τὸ ἀποχαιρέτημα μὲ τὸ μαντήλι τῶν δύο γερόντων ἐπροσπαθοῦσεν ἡ Μηλιὰ νὰ κάμῃ θάρρος· ὅταν ὅμως ἔπαυσε νὰ τὸ βλέπῃ κι ἐκεῖνο, αἰσθάνθηκε πρώτη φορὰ ὅτι ἦτο μονάχη εἰς τὸν κόσμο· τὴν ἐπῆρε τὸ παράπονο καὶ ἄρχισαν πάλι τὰ μάτια της νὰ τρέχουν. Ἐπερπάτησεν ὅλην τὴν ἡμέρα χωρὶς νὰ σταθῇ οὔτε τὴν πίττα της νὰ δαγκάσει. Ὁ πόνος τῆς καρδιᾶς γεμίζει ὡσὰν ψωμὶ τὸ ἀδειανὸ στομάχι τῶν δυστυχισμένων. Πώς ακούγεται ο φόβος όταν χτυπούν εκατό μικρές καρδιές μαζί;
Τὰ πουλιὰ ἐγνώρισαν τὴ φωνή της, ἐσυνάχθησαν τριγύρω της καὶ ἐβιάσθησαν νὰ τρυπώσουν ἀποκάτω ἀπὸ τὰ χαμόκλαδα, στρυμωμένα τὸ ἕνα κοντὰ εἰς τὸ ἄλλο, καὶ ἄκουεν ἡ Μηλιὰ τὶς ἑκατὸν καρδοῦλες των νὰ κτυποῦν τὰκ-τὰκ σὰν τὰ ρολόγια εἰς τὸ ἀργαστήρι τοῦ ῥολογᾶ. Τι ακούει ένας βασιλιάς όταν κάποιος προσφέρεται να κάνει όλους πλούσιους;
Ὁ δεύτερος ἀγωνιστὴς ἦταν ἕνας σοβαρὸς ἀσπρογένης φιλόσοφος ἀπὸ τὰ μέρη τῆς Ὁλλάνδας. Αὐτὸς εἶχε φέρει μαζί του μία παράξενη μηχανή, μὲ ἕνα εἶδος ὑαλίτικο καζάνι ἀπ᾿ ἐπάνω. Τὸ ἄνοιξε καὶ ἔρριψε μέσα κάρβουνο κοπανιστό, μία κουταλιὰ ἀδιάργυρο, μία φοῦχτα ἀλογόπετρα, ἕνα κλαδὶ δενδρολίβανο καὶ ἕνα βῶλο νισαντήρι. Τὰ ἀνακάτεψε μὲ μία χρυσὴ κουτάλα καὶ ἀμέσως ἐζεστάθηκαν, ἐκόρωσαν, ἐφλογοβόλησαν, ἔπειτα ἐκρύωσαν, ἐκρουστάλλιασαν, καὶ εὑρέθη τὸ καζάνι γεμάτο διαμάντια μεγάλα σὰν τ᾿ αὐγὰ τῆς περιστερᾶς. Ὅλοι οἱ αὐλικοὶ ἔμεναν ἐκστατικοὶ καὶ ὅλες οἱ κυρίες ἅπλωναν τὸ χέρι γιὰ νὰ λάβουν ἀπὸ ἕνα ἀπὸ τὰ διαμάντια ποὺ ἄρχισεν ὁ σοφὸς τῆς Ὁλλάνδας νὰ μοιράζει. Μια αίθουσα γεμίζει πουλιά και ένα από αυτά διευθύνει.
Ἡ Μηλιὰ ἔδωκε τότε διαταγὴ ν᾿ ἀνοίξουν τὰ εἴκοσι παράθυρα τῆς σάλας. Καὶ ἀμέσως ἐπέταξαν μέσα μικροπούλᾳ κάθε λογῆς καὶ εἴδους, κίτρινοι μελισσουργοί, κόκκινοι πυρρουλᾶδες, ἀργυρᾶ ψαροπούλια, μαῦροι κότσυφοι, πλουμιστὲς κίχλες, παρδαλὲς καρδερίνες, σπίνοι, φρεντζούνια, σεισοῦρες, ποταμῖδες, καλογρίτσες, μαλαθρίτσες, κορυδαλλοί, ἀσπρόκωλοι, τρυποκάρυδα καὶ κεφαλᾶδες. Ἀφοῦ ἐφτερούγιασαν ἕνα δύο λεπτά, ἐδῶ κ᾿ ἐκεῖ γύρω εἰς τὶς λάμπες καὶ τοὺς πολυελαίους, σὰν τρελλὰ πουλιὰ ποὺ ἦταν, ἔκαμαν ἔπειτα ἕνα μεγάλο κύκλο. Τὸ ἀηδόνι ἐστάθη εἰς τὸ κέντρο κτυπώντας σὰν ἀρχιμουσικὸς μὲ τὶς φτεροῦγες του τὸ ρυθμό, καὶ ἀκούστηκε τότε μία πρωτάκουστη συμφωνία τόσο γλυκειὰ ποὺ θὰ ἔλεγες πὼς τὴν εἶχε συνθέσει ἡ μελοποιήτρια τῆς Παράδεισος Ἁγία Καικιλία. Στην αίθουσα χορού, κάποια στιγμή το μακιγιάζ προδίδεται.
Μὲ τὸ δίφραγκο τοῦ κυνηγοῦ ἐνοίκιασεν ἡ Μηλιὰ τὸ βράδυ ἕνα κομψὸ ἁμάξι καὶ σωστὰ εἰς τὰς ἐννιὰ τὸ βράδυ ἐπαρουσιάσθηκεν εἰς τὴν μεγάλη σάλα τοῦ παλατιοῦ. Ἡ ἐντύπωσι ποὺ ἔκαμεν ἡ ὀμορφιὰ τοῦ προσώπου της καὶ ἡ λάμψη τοῦ φουστανιοῦ της ἦτο τόση, ὅπου ὅλες οἱ ἄβαφες γυναῖκες ἐκιτρίνισαν ἀπὸ τὴν ζούλεια, καὶ ἀπὸ ἐκείνην τὴν βραδυὰ ἐφανερώθηκε ποιὲς πασαλείβονται καὶ ποιὲς ὄχι. Η δύσκολη καλεσμένη και ο ενδέκατος χορευτής που τα καταφέρνει.
Εἴκοσι ζευγάρια καναρίνια ἄρχισαν τότε νὰ χορεύουν ἕνα ἔχτακτο καὶ πρωτοφανίστικο βάλς. Μὲ τὴ μία φτερούγα ἐκρατοῦντο τὰ δύο πουλιὰ ἀγκαλιασμένα καὶ ἐπετοῦσαν μὲ τὴν ἄλλην. Τὰ ζευγάρια ἐγύριζαν ὡσὰν ἄνεμες καὶ ἔκαμαν δέκα φορὲς τὸ γῦρο τῆς σάλας. Ἔπειτα ἐχόρευσαν κατὰ γὴς περπατητὰ μία νόστιμη καδρίλια οἱ τσαλαπετεινοὶ καὶ ἀκόμη καλλίτερα ἐπέτυχε τὸ κοτιλλιὸν μὲ ὅλα του τὰ παιχνίδια. Εἰς αὐτὸ ἔκαμαν ὅλους νὰ ξεκαρδισθοῦν τὰ νάζια μίας ἀκατάδεκτης καρδερίνας, ποὺ τῆς ἐπαρουσίασαν δέκα κατὰ σειρὰν χορευτᾶδες καὶ δὲν τῆς ἄρεσε κανένας· τοὺς ἐκύτταζε μὲ περιφρόνησι κι ἔλεγεν ὄχι μὲ τὸ κεφάλι. Ὁ ἑνδέκατος ἔτυχε νὰ τῆς ἀρέσει· γιὰ νὰ τοῦ τὸ ἀποδείξη τοῦ ἔδωκε μία μυΐγα ποὺ εἶχε πιάσει. Τὴν ἔχαψεν ἐκεῖνος καὶ ἔπειτα ἀγκάλιασε τὴν χορεύτριά του καὶ ἄρχισαν νὰ γυρνοῦν μὲ χάρι καὶ τέχνη μοναδική. Τι μπορείς να μοιράσεις όταν δεν σου περισσεύει σχεδόν τίποτα;
Τὸ ἡλικιωμένο ἀνδρόγυνο ποὺ τὴν εἶχε υἱοθετήσει ἦταν τόσο πτωχό, ὁποὺ μόλις ἔφθαναν γιὰ νὰ μὴ πεινᾷ ὅσα ἐκέρδιζαν μὲ τὸ πλέξιμον ἡ γραία καὶ ὁ γέρος κόπτοντας ξύλα. Ἡ Μηλιὰ ἔκαμνε κι ἐκείνη ὅ,τι μποροῦσε γιὰ νὰ τοὺς βοηθήσῃ. Ἐμάζευεν εἰς τὸ δάσος ἀγριοφράουλες, μενεξέδες καὶ ἄλλα λουλούδια καὶ τὰ ἐπρόσφερνεν εἰς τοὺς διαβάτες μ᾿ ἕνα χαμόγελο τόσο γλυκό, ποὺ σπάνιον ἦταν νὰ τῆς ἀρνηθοῦν τὴν πεντάρα τους, ὅσοι εἶχαν νὰ τὴν δώσουν. Αὐτοὶ ὅμως δὲν ἦσαν πολλοὶ εἰς τὸ πτωχικὸ ἐκεῖνο χωριό, καὶ τὸ ψωμὶ καὶ τὰ κάστανα, ὁποὺ ἔτρωγαν ὁ γέρος καὶ ἡ γριά, ἦσαν παντότες ὀλιγώτερα ἀπὸ τὴν ὄρεξί τους, καὶ ἀκόμη πιὸ μικρὸ τὸ μερδικὸ τῆς Μηλιᾶς, ἀφοῦ τὸ ἐμοίραζε μὲ τοὺς πτωχοὺς καὶ τὰ πουλιά. Εμμανουήλ Ροΐδης, 1894
Ένα φτωχό κορίτσι που μοιράζει το ψωμί του στα πουλιά φτάνει σ’ ένα παλάτι όπου ο βασιλιάς έχει πάψει να γελά — ένα παραμύθι γραμμένο από τον πιο πνευματώδη σατιρικό της Ελλάδας.
Διάβασε σελίδες από βιβλία σαν αυτό, μία τη φορά
Το BookFeed είναι μια ροή με αποσπάσματα από βιβλία. Μαθαίνει τι σου αρέσει και σε βοηθά να βρεις το επόμενο βιβλίο σου.
Άνοιξε το BookFeedΔωρεάν, χωρίς εγγραφή.