BookFeed English

Αποσπάσματα από το «Αι συνέπειαι της παλαιάς ιστορίας»

Σελίδες από το «Αι συνέπειαι της παλαιάς ιστορίας» που στέκονται μόνες τους, διαλεγμένες για το πώς διαβάζονται σήμερα. Το κείμενο ανήκει στο κοινό κτήμα.

Σπατάλησε όλο τον πλούτο της καρδιάς του σε κάποια ανάξια και το ξέρει.

Ὤ, διατί ἐστάθην τόσον τρελλός, τόσον ἀνόητος! Διατί ν’ ἀσωτεύσω καὶ ἐξευτελίσω τοὺς θησαυροὺς τῆς νεαρᾶς καρδίας μου; Τί καρδία! Τόσον εὐαίσθητος! Τόσον πλουσία! Ἀλλὰ καὶ τόσον ἄπειρος, τόσον ἀπρονόητος! Δὲν διεχειρίσθη περιεσκεμμένως τὴν δαψίλειαν τῶν αἰσθημάτων, δι’ ὧν ὁ Θεὸς τὴν ἐπροίκισεν! Ἡ ὑπερβολὴ τῆς ἐν αὐτῇ ἀγάπης τὴν ἐπίεζεν, ἡ πλημμύρα τὴν ἐστενοχώρει! Εἶχεν ἀνάγκην νὰ ἐκχειλίσῃ, νὰ ἐλαφρυνθῇ. Καὶ ὅταν προῆλθεν ἐνώπιον τῆς ἡ πρόστυχος ἐκείνη κόρη, δὲν ἠρώτησε, δὲν ἐσκέφθη νὰ κάμῃ οἰκονομίαν. Οἰκονομίαν! Καὶ ἦτο δυνατόν; Ἐπίστευεν ὅτι ἠγαπᾶτο. Ὅσῳ περισσότερα ἔδιδε, τόσα περισσότερα θὰ ἐλάμβανεν. Καὶ μετήγγισα λοιπὸν ὅλους τοὺς θησαυροὺς τῶν αἰσθημάτων εἰς τὴν εὐτελῆ της καρδίαν, εἰς τὸ ἀνάξιον, τὸ ῥυπαρὸν ἐκεῖνο σκεῦος, διὰ νὰ λάβω... ἀτιμίαν, ἐξουθένωσιν. Ἐθεοποίησα τὴν ταπείνωσιν, ἐλάτρευσα τὴν ἀσχημίαν! Τώρα τί ὑψηλὸν νὰ σκεφθῶ πλέον διὰ τὴν Κλάραν, τὸ ὁποῖον νὰ μὴ ἐξηυτέλισα προσκεφθεὶς δι’ ἐκείνην; Τί ὡραῖον, τὸ ὁποῖον νὰ μὴ προησχημίσθη συγχρωτισθὲν μετ’ ἐκείνης;
— Αι συνέπειαι της παλαιάς ιστορίας, Γεώργιος Βιζυηνός (1883)

Στον δρόμο για την κηδεία, ακόμα και το τοπίο μοιάζει να πενθεί.

Τρεῖς ἡμέρας μετὰ ταῦτα, τὸ ἑσπερινὸν λεωφορεῖον ἐξήρχετο τῆς Κλάουσθαλ βαρὺ καὶ ἀργοπόρον. Περισσότεροι τῶν ὑπερπληρούντων αὐτὸ ἐπιβατῶν ἦσαν ἐκ τῶν κύκλωθεν ἀποσταλέντων ἀντιπροσώπων, ὅπως παραστῶσιν εἰς τὴν δημοτελῆ κηδείαν τῶν θυμάτων τῆς ἀποφράδος ἐκείνης. Συμπεπτωκότες καὶ κατηφεῖς, ἐτηροῦμεν ἐν τῷ ὀχήματι βαθεῖαν, θλιβερωτάτην σιγήν. Ὅταν ἀνήλθομεν τὴν πρὸς τὸ δάσος ἀνωφέρειαν, ὁ ταχυδρόμος δὲν ἐσάλπισε τὸ σύνηθες ἀποχαιρετιστικὸν αὐτοῦ σάλπισμα. Ὁ ἥλιος δὲν εἶχεν ἔτι δύσει, ἀλλὰ μετὰ τὸν σφοδρὸν ἄνεμον τῆς ἡμέρας, ὁ οὐρανὸς ἐπαπείλει μίαν ἀπὸ τὰς βροχερωτάτας ἐπὶ τοῦ Χάρτς νύκτας. Ζοφερὰ νέφη ἐκάλυπτον ἀκίνητα ὅλην αὐτοῦ τὴν ἐπιφάνειαν. Τὰ τελευταῖα πτηνὰ ἐπέτων ὡς βέλη σιγηλά, ὅπως κρυβῶσιν εἰς τὸ νυκτερινὸν αὐτῶν καταφύγιον. Τὰ ὑψιτενῆ καὶ μελανὰ σώματα τῶν πευκῶν καὶ τῶν πιτύων, διεκρίνοντο ἐν τῇ ὁμιχλώδει ἀποστάσει ἀκίνητα καὶ μελανά, ὡς σκιαὶ πενθοφόρων. Ἐπεκράτει ἡ συνήθης πρὸ τῶν καλοκαιρινὼν ὄμβρων πληκτικὴ νηνεμία. Θὰ ἔλεγες ὅτι καὶ ἡ ἄψυχος Φύσις ἐπένθει μεθ’ ἡμῶν.
— Αι συνέπειαι της παλαιάς ιστορίας, Γεώργιος Βιζυηνός (1883)

Οι δυο τους δοκιμάζουν την πρώτη τους μπίρα, μα κανείς δεν λέει τι σκέφτεται.

Μετ’ ὀλίγον, ὁ ὑπηρέτης παρέθηκεν ἐνώπιόν μας δύο ποτήρια ζύθου. Ἐπὶ πολλὴν ὥραν τὰ ἐθεώμεθα σιγηλοὶ καὶ λίαν συγκεκινημένοι. Τέλος ἐκάμαμεν τόκα καὶ τὰ ἐγγίσαμεν εἰς τὰ χείλη μας. Οἱ ὀφθαλμοὶ τοῦ Πασχάλη, εὐρυνθέντες ἔξαφνα, ἀντήλλαξαν, ὡς ἐξ ὀρμεμφύτου, μετὰ τῶν ἐμῶν, βλακῶδες, διαπορητικὸν βλέμμα. Παράδοξος μορφασμὸς ἀπροσδοκήτου ἀπογοητεύσεως συνωφρύωσε τὸ πρόσωπόν του, μορφασμὸς ὅστις ἐφαίνετο μᾶλλον ἀντανάκλασις πιστὴ τῶν συστολῶν καὶ διαστολῶν τοῦ ἐδικοῦ μου προσώπου. Τὸ χλιαρὸν καὶ κιτρινωπὸν ἐκεῖνο ποτὸν ἐνέπνευσεν εἰς τὰ γευστικὰ ἡμῶν νεῦρα ἰσχυρὰς ὑποψίας ὡς πρὸς τὴν καθ’ αὐτὸ καταγωγήν του. Ἀλλ’ ἡ συγκίνησίς μας ἦτο μεγάλη, καὶ κανεὶς ἐξ ἡμῶν δὲν ἐξέφρασε τί ἐσκέπτετο τὴν στιγμὴν ἐκείνην˙ ἀλλὰ θέσαντες τὰ ποτήρια πρὸ ἡμῶν, ἐβλέπομεν αὐτὰ πολλὴν ὥραν μετὰ σιγηλῆς ἐπιφυλάξεως καὶ δυσπιστίας. Ὅτε αἴφνης ἐγερθεὶς ὁ Πασχάλης λίαν τεταραγμένος, ἥρπασε τὸν πίλον του, κ’ ἔδωκεν εἰς ἐμὲ τὸν ἐδικόν μου. Τὸν ἔλαβον, ἐγερθεὶς κ’ ἐγὼ μηχανικῶς.
— Αι συνέπειαι της παλαιάς ιστορίας, Γεώργιος Βιζυηνός (1883)

Καταλαβαίνει γιατί δεν είδε τη σύνδεση: έψαχνε αυτό που ήθελε να βρει.

Κ’ ἐνῷ προσεπάθουν νὰ ἀποκρύψω τὴν καθ’ αὐτὸ αἰτίαν τῆς ταραχῆς μου, ἀφίνων τὸν Πασχάλην εἰς μίαν πλάνην, ἥτις ἀναμφιβόλως τῷ ἦτο σωτηριωδεστέρα τῆς ἀληθείας, ἐθαύμαζον κατ’ ἰδίαν πῶς ἠμπόρεσε νὰ μὲ διαλάθῃ μέχρι τοῦδε ὁ σύνδεσμος, ὁ συνέχων τὴν ἐν τῷ φρενοκομείῳ τῆς Γοττίγγης δυστυχίαν μὲ τὴν οὖσαν πρὸ τῶν ὀφθαλμῶν μου! Ἀλλ’ οὕτω συμβαίνει συνήθως, ὁσάκις ζητοῦμεν ν’ ἀποκαλύψωμεν ὡς ἀλήθειαν, οὐχὶ τὸ τί ἐστιν, ἀλλὰ τὸ ὅ,τι ἐπιθυμοῦμεν.
— Αι συνέπειαι της παλαιάς ιστορίας, Γεώργιος Βιζυηνός (1883)

Το πιο εύθυμο κτίριο που είχε δει ήταν ζωσμένο με σίδερα.

Ὅταν, τὴν πρώτην ἐκείνην φοράν, διανύσας τὴν σπειροειδῶς τὸν περίφυτον λόφον ἀνερχομένην κατάσκιον ὁδόν, ἔφθασα πρὸ τῆς νεογοτθικῆς προσόψεως τοῦ λαμπροῦ τούτου οἰκοδομήματος, ἐνόμισα ἐπὶ μίαν στιγμὴν ὅτι, παραπλανηθεὶς τῆς ὁδοῦ μου, εὑρέθην ἀπροσδοκήτως ἐνώπιον μεγαλοπρεποῦς ἐξοχικοῦ μεγάρου, ἐν ᾧ πολυπληθὴς κόσμος διετέλει ἐν χαρᾷ καὶ εὐφροσύνῃ. Φωναὶ ᾀδόντων, ἦχοι ποικίλων μουσικῶν ὀργάνων, ἐξερχόμενοι τῶν ὑψηλῶν αὐτοῦ παραθύρων, ἀνεμιγνύοντο μὲ τὰ κελαδήματα τῶν πτηνῶν, τῶν ἐριζόντων πρὸς αὐτοὺς ἐν τοῖς πυκνοῖς φυλλώμασι τῶν σκιάδων. Ὁ ἀκούων τὰς συναυλίας ἐκείνας ἐλησμόνει νὰ ἐρωτήσῃ, διατί τόσον φαιδρὰ παράθυρα διατελοῦσι σιδηρόφρακτα, ὡς παράθυρα εἱρκτῶν. Διατί οἱ τοῖχοι τῶν περιβόλων εἶναι τόσον ἐξησφαλισμένοι, μᾶλλον κατὰ τῶν ἐντός, παρὰ κατὰ τῶν ἔξωθεν τυχὸν μελλόντων ν’ ἀποπειραθῶσι τὴν ὑπέρβασίν των.
— Αι συνέπειαι της παλαιάς ιστορίας, Γεώργιος Βιζυηνός (1883)

Ακούει πνιγμένους μέσα στον άνεμο και δεν ξέρει αν είναι μέσα του.

Καὶ ἐταράσσετο λοιπὸν ἡ καρδία μου, καὶ ἔτεινον τὴν ἀκοήν, χωρὶς νὰ τὸ θέλω, καὶ προσεῖχον εἰς τοὺς δούπους καὶ θορύβους τῆς βροχῆς, τοὺς συριγμοὺς καὶ μυκηθμοὺς τῶν καταιγίδων, καὶ συνεχῶς ἐνόμιζον ὅτι διὰ τῆς φοβερᾶς ἐκείνης βοῆς τῶν πρὸς τὰ δένδρα παλαιόντων ἀνέμων, διέκρινον ἀναμὶξ στοναχὰς πνιγομένων ἀνθρώπων, ὀλολυγμοὺς βιαζομένων γυναικῶν, κλαυθμηρισμοὺς ἐκτεθειμένων παιδίων, καὶ ὑπεράνω πάντων τούτων τοὺς σαρκαστικοὺς γέλωτας, τοὺς ὀξεῖς ἀλαλαγμούς, τὰς στρηνιώδεις ὠρυγὰς ὅλων ἐκείνων τῶν ἐνσαρκωμένων παθῶν, ὅσα ἦσαν οἱ χαιρέκακοι αἴτιοι τῶν ἐν τῷ σκότει τελουμένων!... Τὸ διηγοῦμαι μετὰ παρέλευσιν τόσων ἐτῶν, καὶ ὅμως — παράδοξον πρᾶγμα! — νομίζω ὅτι βλέπω τὰς σκηνάς, ἀκούω τὰς φωνὰς ἐκ νέου, καὶ κρυερὰ φρικίασις διατρέχει τὰ νεῦρά μου ἀπὸ ἄκρου ἕως ἄκρου!...
— Αι συνέπειαι της παλαιάς ιστορίας, Γεώργιος Βιζυηνός (1883)

Κλαίει για μια κοπέλα που μόλις γνώρισε και κατηγορεί την ίδια τη φύση.

Ὁ νοῦς μου ἐνησχολεῖτο μὲ πικροὺς μελαγχολικοὺς συλλογισμούς˙ βαρεῖα θλῖψις ὑπερεπλήρου τὴν καρδίαν μου˙ τὰ δακρυά μου ἔρρεον ἀκράτητα. Ἀνελογιζόμην ὁποία τις πρέπει νὰ ἦτο ἡ διστάλαινα κόρη πρό τινων ἴσως ἡμέρων ἀκόμη, καὶ ὁποία ἦτο σήμερον! Καὶ ἔκλαιον τὴν νεότητά της, τὴν ὡραιότητά της, τὴν ὀρφανίαν τῶν ἀτυχῶν αὐτῆς γονέων, καὶ ἔκλαιον διὰ τὴν ἄσπλαγχνον τῆς Φύσεως ἀπανθρωπίαν, ἥτις ᾠκοδόμησεν ἐπὶ θεμελίων ἀσθενεστάτων τόν, ὅσον θαυμασιώτατον, ἄλλο τόσον ἀκροσφαλέστατον μηχανισμὸν τῆς τῶν θνητῶν διανοίας.
— Αι συνέπειαι της παλαιάς ιστορίας, Γεώργιος Βιζυηνός (1883)

Αι συνέπειαι της παλαιάς ιστορίας

Γεώργιος Βιζυηνός, 1883

Ένας φοιτητής φτάνει σε μια γερμανική πόλη με ορυχεία για να επισκεφτεί έναν λαμπρό φίλο και βρίσκει έναν νου που σιγά σιγά διαλύεται. Μια στοιχειωτική μελέτη για τον έρωτα, την ενοχή και τις ιστορίες που κληρονομούμε.

Διάβασε σελίδες από βιβλία σαν αυτό, μία τη φορά

Το BookFeed είναι μια ροή με αποσπάσματα από βιβλία. Μαθαίνει τι σου αρέσει και σε βοηθά να βρεις το επόμενο βιβλίο σου.

Άνοιξε το BookFeed

Δωρεάν, χωρίς εγγραφή.